Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Οι Τελευταίες Σκέψεις

Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι νυσταγμένος και κοίταξα ασυναίσθητα γύρω μου. Όλα ήταν όπως τα είχα αφήσει πριν μερικές ώρες… η κακόγουστη κορνίζα, που μου είχε κάνει δώρο κάποια παλιά φίλη, κρεμόταν ακόμα στραβά στον τοίχο απέναντί μου - ποτέ δεν έκατσα να την φτιάξω - σαν να είχε γείρει για να δει κάτι που εγώ δεν μπορούσα να δω. Κόλλησα εκεί για λίγο χωρίς να σκέφτομαι...
Μετά από λίγα λεπτά-τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε-ξαναγύρισα στην πραγματικότητα και έστρεψα το βλέμμα μου αλλού. Το διαμέρισμά μου τελικά ήταν πιο μικρό απ’ όσο νόμιζα, απ’ το κρεβάτι μπορούσα να δω καθαρά την κουζίνα, τον μικρό χώρο που ήταν λίγα μέτρα πιο πέρα και τον είχα κάνει σαλόνι, και το μπαλκόνι δίπλα στο μπάνιο. Τα πάντα ήταν εκεί, οι στοίβες με τα πιάτα και τα ποτήρια στην κουζίνα που δεν είχαν μείνει άπλυτα ούτε και γω δε θυμάμαι από πότε-εξάλλου δεν με ένοιαζαν και πολλά τον τελευταίο καιρό, παρά μόνο ένα πράγμα-όπως και αυτό το απαίσιο χρώμα στους τοίχους, η παλιά μου τηλεόραση με την χαλασμένη κεραία που δεν έπιανε πάνω από δεκαπέντε κανάλια και το ανοιγμένο cd player στο πάτωμα που γύρω του κείτονταν διάφορα cd μουσικής.
 Μπροστά μου ήταν το τραπεζάκι του “σαλονιού” γεμάτο ξέχειλα τασάκια, σκισμένα πακέτα τσιγάρων και άδεια μπουκάλια μπύρας. Έψαξα τελείως μηχανικά την τσέπη μου, έβγαλα έναν μικρό, κόκκινο αναπτήρα απ’ αυτούς τους διαφημιστικούς και έψαξα στο τραπεζάκι αν υπάρχει κανένα άθικτο τσιγάρο. Μετά από λίγο ψάξιμο βρήκα-ευτυχώς-ένα γεμάτο πακέτο και βάζοντάς το στην τσέπη μου κατευθύνθηκα προς το ψυγείο να βρω αν έχει να πιω καμιά μπύρα. Στάθηκα πάλι τυχερός και μου είχαν μείνει αρκετές, δεν θα μπορούσα να βγω έξω απ’ το σπίτι για οποιονδήποτε λόγο και δεν θα ήθελα να το υποστώ αυτό για να πάω να πάρω μερικές μπύρες και κάνα πακέτο τσιγάρα. Έψαξα λίγο με τα μάτια μήπως και έβρισκα κάτι μικρά ηχεία που είχα και τα συνέδεα στο cd player για να ακούω χωρίς ακουστικά τα αγαπημένα μου κομμάτια. Μετά από μερικές άκαρπες προσπάθειες και τον εντοπισμό μερικών κατσαρίδων με βαριά καρδιά άρχισα να ψάχνω ο ίδιος. Τον τελευταίο καιρό δεν με ένοιαζε τίποτα και δεν είχα το κουράγιο για τίποτα, αλλά τελικά, μέσα σε μια ντουλάπα με διάφορα πεταμένα πράγματα, βρήκα τα ηχεία. Για μερικά δευτερόλεπτα ένοιωσα μια μικρή χαρά που έφυγε γρήγορα. Άνοιξα λίγο τα παντζούρια και βλέποντας ότι ήταν ακόμα μεσημέρι τα έκλεισα ερμητικά-σιχαινόμουν το φως-και πήγα και ξανακάθισα στο κρεβάτι μου ψάχνοντας στα βρόμικα σκεπάσματα το κινητό μου για να δω τι ώρα είναι και αν είχα καμία κλήση.
Καμία κλήση...
«Φυσικά» σκέφτηκα.
Κανένας δεν ήθελε την παρέα μου μετά απ’ αυτό που χε γίνει, όλοι με ξέκοψαν γιατί λέει «δεν τους άρεσε το πως είχα καταντήσει». Χα! Αυτοί δεν ξέρουν τι πάει να πει να σου ανοίγεται ο παράδεισος και μετά ο ίδιος ο Θεός να σου κλείνει την πόρτα κατάμουτρα, δεν έχουν νιώσει το πως είναι να θες με αγωνία να ζήσεις μόνο και μόνο γιατί έχεις έναν σκοπό και στο τέλος αυτός ο σκοπός να χάνεται.
Δεν έχουν ιδέα...
Αυτά τα έχω σκεφτεί πολλές φορές ξανά και ξανά και πάντα έβγαινα στο ίδιο συμπέρασμα. 
Ήταν έξι η ώρα άρα έπρεπε να κάτσω μέσα τουλάχιστον δυο ώρες μέχρι να βγω-δεν με πολύ-ένοιαζε-έτσι και αλλιώς δεν είχα τίποτα να κάνω οπότε έκατσα και περίμενα… σκεφτόμουν ξανά και ξανά τα ίδια, τις ίδιες σκηνές… τα ίδια λόγια. Τελικά η ώρα πέρασε πολύ πριν το καταλάβω και αυτό μου το θύμισε το κινητό μου που άρχισε να χτυπάει ενώ εγώ ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου, το κοίταξα και είδα ότι ένας φίλος μου είχε κάνει αναπάντητη αλλά και ότι ήταν περίπου εννιά παρά η ώρα.
Ένα απ’ τα λίγα άτομα που μου είχαν σταθεί με θυμήθηκε ξαφνικά. Σιγά, αφού έτσι και αλλιώς όλοι τους ήταν μεγάλοι μαλάκες, κανένας δεν εξαιρούνταν απ’ αυτό, όλοι έψαχναν μια ευκαιρία για να πατήσουν πάνω μου.
«Καθίκια» ψιθύρισα και σηκώθηκα.
Πήρα τις μπύρες, τα τσιγάρα, το cd player με τα ηχεία και ένα mp3 cd που μου είχε δώσει ένας παλιός φίλος με διάφορες μπαλάντες. Καθώς το κοίταζα θυμήθηκα ότι όταν μου το έδινε του είπα «σιγά μην ακούσω εγώ τέτοιες γλυκανάλατες αηδίες», και τώρα είχε γίνει το αγαπημένο μου. Σιγά… πολλά άλλαξαν από τότε, δεν είναι το μόνο διαφορετικό πράγμα πάνω μου. Καθώς βγαίνω απ’ το διαμέρισμα του ρίχνω μια τελευταία ματιά, εδώ μέσα είχα περάσει τις ωραιότερες στιγμές της ζωής μου. Παλιότερα αυτό το μέρος ήταν φωτεινό, καθαρό και γεμάτο κόσμο και γέλια… τώρα είναι μια άθλια τρύπα που υπάρχει μόνο για να κοιμάμαι κάπου σίγουρα και για να κάθομαι να κοιτάω τους βρόμικους τοίχους της.
Άφησα την πόρτα ανοιχτή, έτσι και αλλιώς δεν με ένοιαζε τι θα γίνονταν τα πράγματά μου, και άρχισα να πηγαίνω προς το μόνο μέρος που μου άρεσε τον τελευταίο καιρό.
Ανέβηκα με τα πόδια μέχρι τον έκτο όροφο και από κει μέχρι την ταράτσα. Καθώς ανέβαινα τα σκαλιά υπήρχε η ίδια σκέψη στο μυαλό μου, σαν να μου τη φώναζε κάποιος για να μην την ξεχάσω, το είχα αποφασίσει -τον τελευταίο καιρό γενικά άκουγα και έβλεπα διάφορα. Πλέον πίστευα πως  στ’ αλήθεια είχα αρχίσει να τα χάνω αλλά ούτε αυτό με ένοιαζε πια.
Τίποτα δεν με ένοιαζε.
Όταν ανέβηκα κοίταξα λίγο γύρο μου, το ίδιο θλιβερό τοπίο με καμία αλλαγή, έτσι και αλλιώς δεν ανέβαινε και κανένας άλλος εκτός από μένα τώρα πια. Όλοι με πέρναγαν για ναρκομανή και με απόφευγαν όσο μπορούσαν-ούτε καν που είχαν ρωτήσει γιατί ένα χαρούμενο άτομο σαν εμένα έγινε έτσι, μερικοί άνθρωποι είναι πολύ θλιβεροί-οπότε είχα όλη την ταράτσα για μένα. Έκατσα σε κάποια άνετη γωνία και έβαλα να παίζει το cd ενώ άνοιγα μια μπύρα. Ακούμπησα το κινητό και τα τσιγάρα μου δίπλα μου και έμεινα να κοιτάω το φεγγάρι που, ευτυχώς για μένα, απ’ αυτή τη μεριά το έβλεπα πεντακάθαρα σε όλο του το μεγαλείο. Τον τελευταίο καιρό με γοήτευε πολύ το φεγγάρι και ήμουν τυχερός γιατί ειδικά σήμερα είχαμε πανσέληνο.
Ειδικά σήμερα...
Αφότου έκατσα αρκετή ώρα-μπορεί και ώρες-μόνο ακούγοντας μουσική κατάφερα και πήρα μια μεγάλη απόφαση. Πήρα τηλέφωνο έναν φίλο που είχα πολύ καιρό να τον δω και που ήμασταν από παιδιά μαζί, αφού περίμενα αρκετά δευτερόλεπτα το σήκωσε λέγοντας «εμπρός;». Στην αρχή πήγα να του το κλείσω αλλά πήρα κουράγιο και του μίλησα, του είπα όλα όσα έγινα τον τελευταίο καιρό-ευτυχώς δεν ήξερε τίποτα, δεν του τα είχαν προλάβει οι άλλοι-και τα όσα θα γίνουν αυτή τη νύχτα. Με άκουγε σιωπηλός αλλά όταν τελείωσα, πριν προλάβει να μιλήσει, του το έκλεισα.
Ακούμπησα το κινητό μου δίπλα μου, ένιωθα λίγο καλύτερα που είχα μιλήσει με κάποιον που μπορούσα-νομίζω-να εμπιστευτώ και έγειρα το κεφάλι μου πάλι προς την πλευρά του φεγγαριού. Το κινητό μου άρχισε να χτυπάει και επειδή δεν ήθελα να ξαναμιλήσω με κανέναν το πήρα και το πέταξα μακριά, πέρα απ’ την πολυκατοικία. Σηκώθηκα για λίγο μήπως και καταφέρω να σκεφτώ διαφορετικά-ο όρος “λογικά” δεν θα μου ταίριαζε-αλλά μάταια, η απόφαση είχε παρθεί από καιρό βαθιά μέσα μου. Έκατσα για λίγο πριν τελειώσω αυτό που άρχισα ανεβαίνοντας εδώ πάνω… σκεφτόμουν και ξανασκεφτόμουν τα ίδια και τα ίδια.
Κάποια στιγμή άκουσα μια φωνή πίσω και δεξιά μου.
«Μπορώ να κάτσω μαζί σου;» με ρώτησε σιγανά
«Φύγε, δεν έχω όρεξη για κουβέντες όποιος και αν είσαι.» του απάντησα σχεδόν ψιθυριστά
«Ναι, αλλά δεν μπορείς να κάνεις αυτό που θες χωρίς εμένα…» μου είπε.
Τότε το κατάλαβα, είχε έρθει κάποιος που και να ήθελα δεν μπορούσα να διώξω, μάλλον το μοναδικό άτομο που έχει μείνει τώρα πια μαζί μου.
Του έκανα ένα νεύμα με το χέρι να έρθει κοντά αλλά όταν πήγε να κάτσει δίπλα μου του είπα πριν καν τον δω.
«Κάτσε πίσω μου, δεν θέλω να σε δω ακόμα.»
Κοντοστάθηκε λίγο αλλά μετά συμφώνησε σιωπηλά και ένιωσα την παρουσία του πίσω μου.
«Κάτσε να θαυμάσεις το φεγγάρι μαζί μου» τον προσκάλεσα.
«Έχω δει άπειρα τέτοια… αλλά αφού το θες…» μου είπε με τον ίδιο σιγανό τόνο.
Καθόμασταν για πολλή ώρα και κοιτάγαμε το φεγγάρι σιωπηλοί, μόνο οι μπαλάντες που έπαιζαν ακούγονταν μες στη νύχτα. Κάποια στιγμή πήρα απόφαση να τελειώνω γιατί είχα βαρεθεί πια. Σηκώθηκα και ήξερα πως με ακολουθούσε πίσω μου, έτσι και αλλιώς τον χρειαζόμουν.
Περπάταγα αργά ως την άκρη της ταράτσας και επαλήθευα μέσα μου τις ίδιες πληροφορίες, σκεφτόμουν πάντα τα ίδια και τα ίδια. Πίσω μου έπαιζε μια απ’ τις αγαπημένες μου μπαλάντες ενώ ανέβαινα στο πεζούλι, ένιωθα το κάθε μόριο του κορμιού μου να μου λέει το ίδιο πράγμα.
«Έλα δίπλα μου οδηγέ, θέλω να σε δω για λίγο.» του είπα.
Εκείνος υπάκουα ήρθε κοντά μου, τον κοίταξα σιωπηλός και μετά γύρισα το βλέμμα μου πάλι στο φεγγάρι, είχε έρθει ακριβώς μπροστά μου τώρα.
Ένιωθα τον αέρα να πέφτει με δύναμη στο πρόσωπό μου και το χέρι του να κρατάει το δικό μου, το έσφιξα για να σιγουρευτώ, δεν ήταν ψέμα.
Ξαφνικά όλοι οι γύρω μου ήχοι σταματάνε και τα πάντα μαυρίζουν. Ακούω τους χτύπους της καρδιάς μου-παραδόξως είναι πολύ ήρεμοι-και λίγο μετά όλους τους ήχους του σώματός μου. Δεν υπάρχει πια η πόλη αλλά ένα απέραντο μαύρο, που το μόνο πράγμα που το διαπερνά είναι το ασημένιο φως του φεγγαριού. Καθώς βάζω το δεξί μου πόδι μπροστά κοιτάω ψηλά, στο φεγγάρι βλέπω το πρόσωπό της να μου χαμογελάει.
Να μου χαμογελάει...
Τον αισθάνομαι να μου αφήνει το χέρι-μάλλον για να μου δώσει μια σπρωξιά, έτσι και αλλιώς γι’ αυτό ήρθε-αλλά στιγμές αργότερα τον νιώθω πάλι πλάι μου.
Δεν ξέρω αν πέφτω ή περπατάω πάνω σ’ αυτό το μαύρο φόντο, ούτε αν όλα τελείωσαν ή αν μόλις τώρα αρχίζουν. Αυτό που ξέρω είναι ότι είμαι χαρούμενος που όλα αυτά είναι πια πίσω μου...

Και είμαι ελεύθερος...

Ύπνος

Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι να βλέπω είναι χρώματα! Χρώματα που κινούνται ασταμάτητα από δώ κι από κει σε μία αέναη συνέχεια! Όλα τα χρώματα του φάσματος, συνδυασμένα σε ένα πολύχρωμο κουβάρι, να πηδάνε συνέχεια από δω και από κει σαν να παίζει με αυτό μια αόρατη γάτα. Μια συνεχής δόνηση από την οποία ξεπηδάνε διάφορες μορφές οι οποίες δεν σταθεροποιούνται, απλά παραμένουν φασματικά σχήματα στο μαύρο φόντο του χώρου…
Έναν χώρο που δεν μπορώ και να προσδιορίσω τόσο καλά…
Οι μορφές αυτές δίνουν την θέση τους σε εικόνες, πολύχρωμες, τυχαίες, απίστευτες εικόνες οι οποίες συνέχεια αλλάζουν και μεταβάλλονται και ενώ προλαβαίνω να τις δώ, δεν προλαβαίνω να τις συγκρατήσω. Σα να βλέπεις μια σειρά πολλών λήψεων στο σινεμά αλλά να προλαβαίνεις να συγκρατείς-έστω και για λίγο, έτσι ώστε να μπορείς να κατανοήσεις-τα διαφορετικά καρέ που διαδέχονται με απίστευτη ταχύτητα το ένα το άλλο.
Τις εικόνες δεν αργεί να διαδεχτεί ο, τόσο πολύτιμος, ήχος ο οποίος μου γαργαλάει τα αυτιά και μετατρέπει αυτό το βωβό σινεμά μια κινηματογραφική πανδαισία στην οποία πρωταγωνιστώ άλλες φορές και άλλες απλά παρατηρώ-πράγμα που προτιμώ περισσότερο έχω να πω…
Καθώς εικόνες και ήχοι περνάνε δίπλα και γύρω μου και γεμίζουν αυτόν τον μαύρο καμβά, νιώθω ένα συναίσθημα απελευθέρωσης και απόλυτου ελέγχου ενώ ταυτόχρονα αισθάνομαι απόλυτα υποδουλωμένος στους νόμους αυτού του “νέου κόσμου”.  Δίχως να έχω πραγματικά καμία εξουσία που να μπορώ να ασκήσω πάνω του, μπορώ παρά μόνο να αφήσω τη μοίρα της εκάστοτε ιστορίας που περνάει μπροστά απ’τα μάτια μου να με κατευθύνει στο αποτέλεσμα που επιθυμεί αυτή, μέχρι να με παρασύρει η επόμενη…
Καθώς εισέρχομαι σε κάθε νέο κόσμο, αισθάνομαι όπως οι πρωταγωνιστές σε μια ταινία, οι οποίοι παίζουν, αλλά δεν μπορούν να αλλάξουν το σενάριο ενώ παράλληλα κάποιες φορές  νιώθω και σαν σκηνοθέτης… σα να έχω μια –ο μόνος τρόπος που θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω είναι “δικαιωματικά μη συνειδητή”- εξουσία πάνω σε αυτή την περίεργη, και κάποιες φορές απόκοσμη, πλοκή…
Ξάφνου! Έτσι, χωρίς κάποια προειδοποίηση ή κάποιο προμήνυμα για την επερχόμενη “καταστροφή” σαν κάτι να αρχίζει να αλλάζει. Στην αρχή δεν είναι αρκετά εμφανές και έτσι δεν το αντιλαμβάνομαι αλλά μετά, σαν μια θεϊκή παρέμβαση από έναν άλλον κόσμο, όλα αρχίζουν να αλλάζουν… οι ήχοι αρχίζουν σιγά-σιγά να ξεθωριάζουν δίνοντας τη θέση τους σε άλλους -όπως το τρίξιμο των τριζονιών, που ακούγονται από το δασάκι στο οποίο βλέπει το δωμάτιο μου- πιο τραχείς και πιο “πραγματικούς” στο άκουσμα, αν γίνεται να θεωρηθούν ως τέτοιοι… Πως γίνεται να το χαρακτηρίσω πραγματικό αφού οι μνήμες αυτού του κόσμου έχουν ήδη αρχίσει να βυθίζονται αργά μέσα στον ποταμό της λήθης του μυαλού μου ακριβώς όπως και οι εικόνες, ακολουθώντας το μονοπάτι των ήχων,  ξεθωριάζουν στην άκρη της αβύσσου… χάνονται σαν τα θολά απομεινάρια σε κάποιες παλιές και από-καιρό χαμένες φωτογραφίες στο πίσω μέρος του εγκεφάλου μου.
Καθώς η ατελείωτη αυτή δίνη βρίσκει ένα τέλος, με βρίσκει και μένα κάπου ανάμεσα στους δύο κόσμους  να ψάχνω τα κομμάτια μου, ενώ ο ένας έχει ήδη αρχίσει να υπερισχύει του άλλου πανηγυρικά…
Βγαίνοντας στην είσοδο της τρύπας του κουνελιού, επανακτώ τη συνείδησή μου σε μια πραγματικότητα που δε θέλησα να υπάρξω και δίχως να γνωρίζω τι θα συναντήσω εκεί …
Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνομαι είναι αυτός ο φριχτός πονοκέφαλος που επικεντρώνεται στο κεντρικό μέρος του μετώπου μου σιγουρεύοντάς με, ότι τώρα πια πατάω στην πραγματικότητα και ότι τα πάντα γυρίζουν ασταμάτητα μες στο κεφάλι μου σαν να έχω παγιδευτεί σε μια γιγαντιαία δίνη…
Η πόρτα για τον άλλον κόσμο δεν είναι μακριά και προσπαθεί γι ακόμα μια φορά να με τραβήξει ήρεμα προς το μέρος της, αλλά η αφόρητη ζέστη του χώρου γύρω μου δεν με αφήνει να ηρεμήσω και να αφεθώ.  Καθώς αναγκάζομαι να επανέλθω στον -επονομαζόμενο- πραγματικό κόσμο, δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου αλλά δεν το προσπαθώ κιόλας. Θέλω να ηρεμήσω για λίγο πριν αντιληφθώ τι με περιμένει εκεί έξω, και έτσι με κλειστά μάτια αρχίζω δειλά-δειλά να ξανακερδίζω τις αισθήσεις μου μία προς μία, με τελευταία να έρχεται η αφή βγάζοντας με από αυτή τη γλυκιά ευδαιμονία της φαντασίας και προσγειώνοντας με με δύναμη στο κρεβάτι μου.
 Ο πόνος –τον οποίο αισθάνομαι μεμιάς λες και διατρέχει όλο μου το κορμί- επανήλθε σχεδόν άμεσα τώρα και δυστυχώς μπορώ να τον αντιληφθώ σε πλήρη λειτουργία. Τον νιώθω σαν ένα ζωντανό πλάσμα μέσα μου το οποίο με τρώει κάθε μέρα όλο και περισσότερο σιγά-σιγά, τρώγοντας μαζί και την δύναμη που έχω για να συνεχίσω. Με δυσκολία ανοίγω τα μάτια μου για να παρατηρήσω αν όντως βρίσκομαι εκεί όπου φοβάμαι…
«Ναι» σκέφτομαι, μετά από μια αδύναμη ματιά τριγύρω και την επαλήθευση του φόβου μου.
«Ακόμα στο νοσοκομείο…»
«Δε βαριέσαι… πόσο να είμαι ακόμα εδώ; δύο μήνες; άντε πες τρείς… θα αντέξω.»
Στο παράθυρο στα δεξιά μου, η νύχτα έχει ήδη αρχίσει να παραχωρεί στωικά τη θέση της στον επερχόμενο ήλιο, ο οποίος νωχελικά έχει αρχίσει να δηλώνει την παρουσία του, δίνοντας έναν τόνο βαθύ μπλε στο μέχρι τότε μαύρο, ως προάγγελος της επερχόμενης αυγής. Ο τοίχος απέναντι μου στέκει όπως πάντα εκεί, ακίνητος και χωρίς τίποτα πάνω του να τον ομορφαίνει ή να του δίνει ζωή. Ένας άδειος, λευκός, παλιότοιχος που τόσες φορές που δεν είχα -ή δεν μπορούσα- να κάνω τίποτα τον κοίταζα επί ώρες, τον κοίταζα και έβλεπα μαζί του και την ζωή μου να μένει έτσι… στάσιμη και λευκή… χωρίς τίποτα πάνω της να την ομορφαίνει…
Μόνο οι εικόνες μου ήταν πάντα εκεί, πάντα μαζί μου, να μου κρατάνε συντροφιά τα ατελείωτα βράδια που δεν μπορούσα να κοιμηθώ απ τους πόνους, τις ατελείωτες ώρες στασιμότητας μετά τα χειρουργεία… αυτές ήταν τα πινέλα και το καβαλέτο μου… και ο άδειος τοίχος ο καμβάς μου…
Τα κρεβάτια των υπολοίπων ήταν όπως πάντα εκεί, να στέκουν ακίνητα και ασάλευτα σαν φέρετρα που περιμένουν τους ιδιοκτήτες τους να κοιμηθούν για πάντα πάνω τους έναν αιώνιο, ατάραχο και ήρεμο ύπνο. Ναι, όλα ήταν όπως τα άφηνα κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, όλα τόσο μουντά και απαράλλακτα. Καμία αλλαγή, καμία κίνηση, λες και περίμεναν όλοι μαζικά με κομμένη την ανάσα να γίνει κάτι το συνταρακτικό! Κάτι  που όσο πέρναγε η ώρα τόσο περισσότερο αργούσε και όσο πήγαινε η αγωνία όλο και μεγάλωνε, και όλοι τους κοιμούνταν τόσο βουβά, τόσο μακάβρια.
Κοίταξα τα χέρια μου. Οι άτιμοι… ήταν, ακόμα, δεμένα στο κρεβάτι μου και με είχαν υπό παρακολούθηση.  Είχα ακούσει ένα γιατρό να λέει πως είχα αρχίσει να έχω  αυτοκτονικές τάσεις και μπορεί να έβλαπτα πολύ σοβαρά τον εαυτό μου.
«Δεν είμαστε καλά!» σκέφτηκα, άκου «μπορεί να έβλαπτα πολύ σοβαρά τον εαυτό μου».
Μα έτσι κι αλλιώς θα γινόταν αργά ή γρήγορα! Έτσι κι αλλιώς ήμουν ήδη εκεί, βλέποντας τη ζωή να γλιστρά μέσα απ τα χέρια μου σαν το νερό μέρα με τη μέρα! Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο τώρα έχω επιδέσμους στους καρπούς μου -οι οποίοι από ότι παρατηρώ έχουν γίνει πάλι κόκκινοι απ’το αίμα…
«Λογικά θ άνοιξαν κάπως οι πληγές…» σκέφτομαι, «Λες να μια τυχερός και αυτή τη φορά να μην το προσέξει κανένας;»
Ασυναίσθητα χάρηκα λίγο μ αυτή την ιδέα αλλά απογοητεύομαι με μιας…
«Αποκλείεται.» Ψιθύρισα.
Όμως –δίχως να το χω αντιληφθεί απ την αρχή- σήμερα κάτι ήταν διαφορετικό. Ο νοσοκόμος που χε βάρδια κανονικά δεν ήταν πλάι μου να παρακολουθεί πως είμαι… και το φώς στο διάδρομο ήταν σβηστό… όλα τα φώτα ήταν σβηστά! Ανασηκώθηκα όσο μπορούσα και κοίταξα γύρω μου, όλοι κοιμούνταν ήρεμοι.
«Διακοπή ρεύματος θα ναι.» σκέφτομαι και προσπαθώ να πέσω πάλι να κοιμηθώ.
Άρχισα να βυθίζομαι πάλι στην ίδια γλυκιά ηρεμία.
Ένοιωσα τη σιωπή να ρίχνει πάνω μου γι άλλη μια φορά το αραχνοΰφαντο πέπλο της.
Ξάφνου απ’ τον διάδρομο ακούγονται βήματα!
Αργά και ήρεμα βήματα…
Ο ήχος τους όλο και πλησίαζε, και πλησίαζε, και πλησίαζε… μέχρι που χάθηκε…
«Έ! Ξύπνα!» άκουσα πλάι μου μια απαλή-σχεδόν καθησυχαστική- φωνή.
Νόμισα πως γύρισα να κοιτάξω από την μεριά που ακούστηκε αλλά τελικά παρατήρησα ότι μόλις ανασηκωνόμουν απ το μαξιλάρι μου…
Στα δεξιά μου βρίσκονταν ένας, σχετικά, νέος άντρας. Δε μπορούσα να προσδιορίσω ακριβώς την ηλικία του και είχε αρκετά ουδέτερα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο -δυσκολεύτηκα κάπως για να κατασταλάξω στο φύλλο του. Είχε ξανθά, μακριά μαλλιά μέχρι τον ώμο και γαλανά, βαθιά  και καθησυχαστικά μάτια. Στο πρόσωπό του κυριαρχούσε ένα πολύ καλοσυνάτο και γλυκό, γεμάτο σοφία ύφος. Φόραγε μία ρόμπα από αυτές του νοσοκομείου και δεν υπήρχε καρτελάκι στο στήθος του που να υποδεικνύει όνομα.
«Τι έγινε; είδες κάποιο όνειρο;» με ρώτησε με ενδιαφέρον.
Δίχως ν απαντήσω αρκέστηκα σε ένα νεύμα και γύρισα το κεφάλι μου απ την άλλη πλευρά αγνοώντας τον-ή προσπαθώντας τουλάχιστον.
Καθόμασταν κάμποση ώρα και δεν μιλάγαμε αλλά ήξερα πως με κοίταζε και μάλιστα πολύ έντονα. Το ένοιωθα, όπως και έναν περίεργο πόνο στο στήθος μαζί με ένα πολύ περίεργο συναίσθημα πρωτόγνωρης ευφορίας.
Γύρισα και αποφάσισα να του μιλήσω.
«Τι κάνεις εδώ;» Ρώτησα ξερά.
«Ά! Χαίρομαι που με ρώτησες επιτέλους!» απάντησε πρόσχαρα.
«Ήρθα για να…» έκανε μια μικρή παύση. «Για να σε δω, ξέρεις… έμαθα πως το πρωί θα πάρεις εξιτήριο οπότε αποφάσισα να σε… να σε συνοδεύσω.» συνέχισε διστακτικά.
«Μα δεν έχω μάθει τίποτα για εξιτήριο…» είπα καχύποπτα «Και οι δικοί μου; Ξέρουν γι αυτό;»
Χαμήλωσε λίγο το κεφάλι του για μια στιγμή και με μια σκεπτική έκφραση στο πρόσωπό του -τουλάχιστον έτσι νομίζω- συνέχισε παίρνοντας μια μικρή ανάσα και ξεφυσώντας ελαφρά από τη μύτη.
«Οι δικοί σου…» δίστασε πάλι «Οι δικοί σου θα καταλάβουν. Έτσι και αλλιώς θα σε δουν στο τέλος.» κατέληξε.
Δίχως να μπορώ να κατανοήσω γιατί, αυτή η τελευταία φράση λειτούργησε σαν ηρεμιστικό στην λογική μου και το αποδέχτηκα.
«Έλα…» ήταν η τελευταία φράση του καθώς μου έπιανε το χέρι…
Δίχως να το παρατηρήσω τα δεσμά μου είχαν λυθεί και μπορούσα να το σηκώσω για να τον ακολουθήσω-δεν αισθανόμουν σχεδόν καθόλου το χέρι του να κρατά το δικό μου. Οι επίδεσμοί μου έπεσαν ενώ κινούμουν και γι άλλη μια φορά ένιωσα αυτό το μεθυστικό, ελαφρύ συναίσθημα  που με συνεπαίρνει κάθε φορά λίγο πριν κοιμηθώ και ο κόσμος άρχισε πάλι να γίνεται όλο και πιο θολός… όλο και πιο ξένος…
Καθώς σηκώνομαι, ένα κύμα απίστευτης ενέργειας χτυπάει πάνω μου με μανία, διαπερνώντας με βίαια και μεμιάς το εγώ μου χωρίστηκε σε δυο μέρη! Το ένα συνέχισε και σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι πειθήνια, περπατώντας πλάι του ενώ εκείνος άνοιγε διάπλατα τα πανέμορφα κατάλευκα φτερά του. Ενώ το άλλο έμεινε εκεί, να στέκει κοιτάζοντας έξω απ το παράθυρο τον ήλιο που ανέτειλε με ένα βλέμμα κενό, αλλά ταυτόχρονα γεμάτο γαλήνη. Σαν παρατηρητής μέσα σε αυτό το χείμαρρο από εικόνες και ήχους που, γι άλλη μια φορά, έκαναν την εμφάνισή τους και άρχισαν πάλι να τρέχουν γύρω μου, περνώντας σαν καρέ στο σινεμά… τόσο γρήγορα…
Το προμήνυμα του ύπνου μου άρχισε να γίνεται όλο και πιο δυνατό καθώς οι ήχοι γίνονταν όλο και πιο απόμακροι, οι εικόνες όλο και πιο θαμπές…
Εναγκαλίζοντας το συναίσθημα πλήρως πια, εκείνος χάνεται και βλέπω τα πάντα να γίνονται ένα κουβάρι χρωμάτων! Ένας νέος ήχος αρχίζει σιγά-σιγά να παίρνει τη θέση των παλιών… ένας ήχος που όμοιό του δεν είχα ακούσει ποτέ ξανά… πιο πραγματικός…
Και καθώς θαύμαζα αποχαυνωμένος χρώματα εκτός του γνωστού φάσματος, την ίδια στιγμή ένα φως πίσω μου που δεν είχα παρατηρήσει πριν άρχισε να τρεμοπαίζει…
Θαμπό στην αρχή…
Όλο και πιο φωτεινό μετά…


Η αγαλλίαση της αρχής άρχισε πάλι να με αγκαλιάζει…

Διαλογισμός

Για πολλή ώρα είχε μείνει μόνος στο σκοτάδι… ένιωθε ότι το δωμάτιο γύρω του όλο και τον έπνιγε, όλο και τον έκλεινε.
Υπήρχε ακόμα η οσμή του σβησμένου, κόκκινου κεριού στον αέρα και εκείνη η απόκοσμη αλλά μαγευτική εκκλησιαστική μουσική, που έβγαινε απ’ τα ηχεία του παλιού στερεοφωνικού, σαν να υμνούσε τη στιγμή.
Έχοντας τρομάξει λίγο απ’ τη συνειδητοποίησή της μοναξιάς του αποφάσισε ν’ ανοίξει για λίγο τα μάτια του –έτσι κι αλλιώς τόσην ώρα δεν είχε καταφέρει τίποτα.
Όλα αυτά γι’ αυτόν ήταν τόσο καινούργια, τόσο μυστήρια και πρωτόγνωρα! Τον είχαν αφήσει εκεί, χωρίς κανένα φως να φωτίζει το μικρό δωμάτιο παρά μόνο εκείνο του μικρού, κόκκινου κεριού, το οποίο έσβησε μετά από λίγο ο ίδιος για να συγκεντρωθεί καλύτερα αφού ένιωθε ότι επηρέαζε τον διαλογισμό του.
Κοίταξε γυρίζοντας αργά –σχεδόν νωχελικά- το κεφάλι του στον χώρο, δίχως να χαλάει καθόλου τη στάση διαλογισμού που είχε πάρει το σώμα του. Υπήρχε λίγο φως –βέβαια τα μάτια του είχαν συνηθίσει το σκοτάδι ώρα πριν- και δεν του ήταν δύσκολο να παρατηρήσει τον χώρο που τον περιέβαλε.
Απέναντι του η ήταν η παλιά, πράσινη πόρτα που έβγαζε στο σαλόνι και στον διάδρομο προς τους άλλους χώρους. Από τη βάση μέχρι το τέλος της ήταν γεμάτη σκαλίσματα, εκ των οποίων κάποια φαίνονταν πως υπήρχαν όταν φτιάχτηκε και κάποια είχαν γίνει από πάνω αργότερα. Όλα μαζί ήταν ένα συνονθύλευμα προσώπων, συμβόλων, εικόνων και φράσεων –σε διάφορες γλώσσες, κυρίως λατινικά- όλα το ένα πάνω στο άλλο. Η πόρτα φαινόταν να μην είχε σαλέψει ούτε λίγο από όταν μπήκε –μια παρατήρηση η οποία τον ανακούφισε αρκετά, διότι πριν λίγες στιγμές νόμιζε ότι την είχε ακούσει να τρίζει- και έτσι ηρέμησε λίγο…
Αμέσως η αίσθηση πως ένα απαλό κύμα αέρα μόλις πέρασε δίπλα του έκανε τις τρίχες κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς του να σηκωθούν όρθιες! Γύρισε απότομα στα αριστερά του και κοίταξε τον παλιό καναπέ!
Κανένας…
«Θα ήταν της φαντασίας μου…» απολογήθηκε από μέσα του προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του ότι όλα αυτά ήταν μέσα στο κεφάλι του. Ήταν μάταιο όμως, πλέον δεν γινόταν να του φύγει η ιδέα ότι κάποιος τον προσπέρασε και έκατσε στα αριστερά του.
«Όλα αυτά με έχουν επηρεάσει πολύ…» προσπάθησε αμέσως να εξηγήσει λογικά, « Το μυαλό μου, μου παίζει παιχνίδια. Νομίζω πως συμβαίνουν όλα αυτά γιατί είμαι επηρεασμένος…» σκέφτηκε νευρικά.
Κρακ!!!!
Ένας δυνατός ήχος, από γυαλί που σκάει, ακούστηκε απ’ το μέσα δωμάτιο –όπου βρίσκονταν οι υπόλοιποι- που τον έκανε σχεδόν ν’ αναπηδήσει απ τη θέση του!
«Όλα καλά εκεί μέσα;» ρώτησε με απορία και ένα έκδηλο, ελαφρύ τρεμούλιασμα στη φωνή του. Καμία απάντηση…
Σηκώθηκε αργά και πήγε προς την πόρτα, τότε ήταν που παρατήρησε ότι το φώς –σχεδόν το μοναδικό σε όλο το σπίτι- που ερχόταν απ’ το μέσα δωμάτιο είχε λιγοστέψει. Άνοιξε την πόρτα και περνώντας τον μικρό διάδρομο πέρασε στο σαλόνι. Κανείς…
Έπρεπε να είναι και οι πέντε εκεί… που είχαν πάει;
Τα πάντα είχαν σκοτεινιάσει, όλα τα φώτα ήταν σβηστά εκτός από μια σπασμένη λάμπα η οποία, κρεμασμένη απ’ το ταβάνι, πήγαινε πέρα-δώθε αργά, καθώς το λιγοστό φως που έδινε τρεμόπαιζε. Όταν το φως άλλαζε γωνία το δωμάτιο έπαιρνε άλλη όψη, απόκοσμη!
Ένιωσε τον τρόμο να του γαργαλάει το πίσω μέρος του κεφαλιού του.
«Ο ήχος που άκουσα θα ‘ταν απ το σπάσιμο της λάμπας» καθησύχασε τον εαυτό του αλλά αυτό δεν εξηγούσε το «πως». Κι όσο το σκοτάδι ακολουθούσε το φώς στο δωμάτιο καθώς η λάμπα γύριζε προς τυχαίες κατευθύνσεις, τόσο του φαινόταν πιο βαθύ και πιο πηχτό… λες και –σαν το κύμα με την ακροθαλασσιά- προσπαθούσε να τον πλησιάσει όλο και περισσότερο…
«Αυτό δεν γίνεται.» σκέφτηκε, «Οι άλλοι θα έφυγαν για να με αφήσουν ήσυχο και η λάμπα έσπασε γιατί ήταν παλιά…» λέξεις που τρεμόπαιζαν στο μυαλό του. Όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει, βαθιά μέσα του ήξερε ότι δεν τις πίστευε.
Μερικές στιγμές σιγής αργότερα αποφάσισε να πάει και πάλι να διαλογιστεί για να χαλαρώσει. Καθώς όμως έκανε να φύγει νόμισε πως, για μια στιγμή, έπιασε με την άκρη του ματιού του μια φευγαλέα μορφή στις τυχαίες σκιές που δημιουργούνταν στο δωμάτιο. Μια μορφή που δεν άνηκε σ’ αυτόν τον κόσμο, που προτιμούσε το σκοτάδι γιατί στο φώς χανόταν, να τον κοιτάζει με πλαγιασμένο το κεφάλι δίχως τα μάτια της να εστιάζουν κάπου πάνω του. Μια στιγμή αρκούσε για να κλωτσήσει το ένστικτό του και γύρισε τρομαγμένος προς το μέρος της. Τίποτα…
Ο φόβος άρχισε να τον κυριεύει και βάλθηκε να επαναλαμβάνει από μέσα του τις λέξεις που του είχαν μάθει να λέει σε περίπτωση που  αρχίσει να χάνει τον έλεγχο. Όταν ξανακοίταξε η μορφή είχε εξαφανιστεί.
«Όλα είναι της φαντασίας σου.» μάλωσε τον εαυτό του.
Ξαφνικά ο οξύς ήχος ενός γέλιου τον διαπέρασε ολόκληρο σαν ηλεκτρικό ρεύμα κάνοντας τη ραχοκοκαλιά του να παγώσει! Ένα τρελό, μανιακό γέλιο που δεν ήταν διόλου ευχάριστο. Λίγο πριν σταματήσει κατάλαβε ότι ερχόταν από πίσω του! Αισθάνθηκε τα πόδια του να κοκαλώνουν αυτόματα. Παίρνοντας την απόφαση να γυρίσει να δει, ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει όλο και πιο γρήγορα, λες και ήταν έτοιμη να σπάσει. Δίχως να μπορεί να σκεφτεί τι θα μπορούσε να ναι χειρότερο –ή να σκεφτεί οτιδήποτε- ένοιωσε την καρδιά του να σταματάει όταν ξάφνου απέναντι του υπήρχε ένας καθρέφτης μικρός, όσο ένα κεφάλι, με περίτεχνα σκαλισμένο ξύλο να τον πλαισιώνει , που πριν δεν ήταν εκεί. Το ξύλο ήταν σχεδόν μαύρο –σαν καμένο- και οι αναπαραστάσεις πάνω του έκαναν το στομάχι του να γυρίζει. Αυτό που είδε μέσα στον καθρέφτη όμως ήταν εκείνο που τον έκανε να φύγει τρέχοντας απ’ το δωμάτιο ορμώντας προς την έξοδο.
Λίγο πριν φτάσει στην πόρτα όμως ήρθε αντιμέτωπος μ’ ένα θέαμα που τον έκανε να τα χάσει! Απ’ το τζάμι της πόρτας φαινόταν ότι ήταν σφραγισμένη απ’ έξω με σανίδες καρφωμένες στον τοίχο. Αμέσως μια φρικτή σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό του. Πήγε γρήγορα και κοίταξε απ’ το παράθυρο του δωματίου που διαλογιζόταν. Το ένστικτό του πήγε να τρελαθεί όταν αντίκρισε τούβλα να του μπλοκάρουν το δρόμο! Γι άλλη μια φορά εκείνο το φρικαλέο γέλιο ακούστηκε μέσα στο κεφάλι του και αντανακλαστικά κοίταξε στο σαλόνι.
Η μορφή που είδε φευγαλέα πριν, τώρα ήταν όντως εκεί! Κοιτώντας τον μ’ εκείνο το δίχως εστίαση βλέμμα και μ’ ένα χαμόγελο το οποίο τραβιόταν όλο και πιο αφύσικα προς το πίσω μέρος του κεφαλιού της –αν μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοιο. Με το που τα βλέμματά τους συναντήθηκαν έσβησε και το λιγοστό φώς που τρεμόπαιζε μέσα στο δωμάτιο βυθίζοντας τα πάντα σε ένα κρύο και απειλητικό σκοτάδι.
Νοιώθοντας τον πανικό να τον κυριεύει, άκουσε τον ήχο της βροχής που είχε αρχίσει έξω.
Προσπάθησε μεμιάς ν’ ανοίξει τα φώτα! Τίποτα.
«Το κερί!» ψιθύρισε και άρχισε να ψάχνει μανιασμένα στα τυφλά μέσα στο μικρό δωμάτιο. Δεν υπήρχαν ούτε σπίρτα ούτε αναπτήρας.
«Στην κουζίνα έχει σπίρτα σε κάποιο συρτάρι!»
Με μεγάλα βήματα έφυγε τρέχοντας προς την κουζίνα, είχε ιδρώσει και η καρδιά του ήταν έτοιμη να εκραγεί, το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει απ’ το γέλιο που τον τρέλαινε και με όλες του τις δυνάμεις προσπαθούσε να μην λιποθυμήσει απ’ τον τρόμο.
Μπαίνοντας στην κουζίνα είδε απ’ το τζάμι του μικρού παραθύρου πάνω απ τον νεροχύτη, έναν κεραυνό να πέφτει φωτίζοντας, για μια μονάχα στιγμή, το δωμάτιο. Δε χρειαζόταν περισσότερο για ν απομνημονεύσει το χώρο, προσπαθώντας να συγκρατήσει στη μνήμη του τα σημεία που είχαν ντουλάπια και συρτάρια. Δεν παρατήρησε ποτέ το μεγάλο κουζινομάχαιρο που ήταν ακουμπισμένο στο τραπέζι της κουζίνας. Άρχισε να ανοίγει τα συρτάρια πετώντας πράγματα από δω και από κει ψάχνοντας απεγνωσμένα για τα σπίρτα. Τα δάχτυλά του μάτωσαν καθώς τα έμπηγε σε πιρούνια και άλλα πράγματα τα οποία συναντούσε στα τυφλά, αλλά συνέχιζε. Τόσο απορροφημένος ήταν στο ψάξιμο του που δεν παρατήρησε ότι, αυτό που τον βοήθησε να τα βρει τελικά ήταν εκείνη η απόκοσμα λευκή, θαμπή, λάμψη που άρχισε να βγαίνει απ’ την λεπίδα όταν μερικές σταγόνες απ το αίμα του έπεσαν πάνω της.
Όταν τελικά γύρισε αργά το κεφάλι του προς το μαχαίρι το οποίο τώρα έβγαζε ένα σχεδόν ασημένιο φώς που κατάπινε το δωμάτιο, δημιουργώντας φρικαλέες σκιές στους τοίχους, κατάλαβε πως μπορεί να ήταν πλέον αργά. Πριν οι σκιές έρθουν κοντά του πίεσε τον εαυτό του να φύγει για το δωμάτιο με το κερί.
Περνώντας απ’ το σαλόνι είδε, έντρομος, την ίδια λάμψη να έχει γεμίσει τον χώρο ενώ ένα χέρι ξεπρόβαλε απ’ τον καθρέφτη! Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί, έπρεπε να ανάψει το κερί, ήταν η μόνη του σωτηρία!
Όρμησε μέσα στο δωμάτιο βροντώντας την πόρτα πίσω του, το τραγούδι που έπαιζε από πριν έφτανε πλέον στο κρεσέντο του ενώ εκείνος άνοιγε το μικρό κουτάκι για ν’ ανακαλύψει με μεγάλη του λύπη και έκπληξη πως είχε μόνο έξι σπίρτα. Τα πέντε ήδη καμένα, μόνο ένα είχε μείνει ανέπαφο, μόνο μια ευκαιρία να ανάψει το κερί, η κορύφωση του κομματιού τον κούφαινε ενώ –με τρεμάμενα δάχτυλα- άναβε το τελευταίο σπίρτο.
Το γέλιο στο μυαλό του δυνάμωνε και το κομμάτι του προκαλούσε ζαλάδα, πλησίασε το σπίρτο κοντά στο κερί…
Τόσο κοντά στο φυτίλι…
Τόσο κοντά στην μοναδική πνοή ζωής.
Το σπίρτο σβήνει ξαφνικά παίρνοντας μαζί του και τις τελευταίες του ελπίδες. Το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να δει μέσα απ’ το χλωμό φώς της φλόγας, ήταν το μαχαίρι να προβάλει απ την πόρτα…

Το τραγούδι τελείωσε…


Η Εξορία Μέσα μας

“Έι, αυτό δεν πάει εκεί. Η θέση του είναι λίγο πιο πέρα…” Ήταν η πρώτη μου σκέψη με το που άναψα το φώς του μπάνιου και παρατήρησα ασυναίσθητα το χώρο γύρω μου.

Κι όμως, ξαναφέρνοντας αυτή την εικόνα στο μυαλό μου, δε μπορώ να ορκιστώ πως το σκέφτηκα. Και κάνοντας μια μικρή παράκαμψη εδώ, ξεφεύγοντας λίγο απ το αρχικό μου θέμα, θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί έφτασα σ’ αυτό το συμπέρασμα. Κάθε σκέψη δημιουργείται στο κεφάλι μας μέσω ενός εσωτερικού μονολόγου – μιας εσωτερικής «φωνής» – και μπορεί ν’ αποτελείται από κάτι το οποίο αναλύουμε εκείνη τη στιγμή μέσα μας, έναν πραγματικό μονόλογο με τον εαυτό μας ή απλά κάτι το οποίο διαβάζουμε – όπως αυτό εδώ το άρθρο για παράδειγμα. Δε γίνεται, όσο κι αν προσπαθήσουμε, να προσδώσουμε χρώμα ή «υφή» σ αυτή την εσωτερική φωνή αλλά αυτό στο οποίο θα θελα να εστιάσω – το κυριότερο ας πούμε – είναι πως όσο κι αν προσπαθήσουμε δε γίνεται με τίποτα να θυμηθούμε το πότε, μέσα στη μέρα μας, αυτή η «φωνή» ξεκινάει να μας μιλάει. Βασικά, είναι αδύνατο έστω και το να θυμηθούμε το πότε ξεκίνησε εξ αρχής!

Υπάρχει πάντα εκεί. Πάντα υπήρχε. Στην κάθε μας σκέψη, την κάθε μας στιγμή, την κάθε μας παρατήρηση. Όταν είμαστε μόνοι – ή απλά θέλουμε ν απομονωθούμε απ’ τους άλλους ακόμα και αν είμαστε με κόσμο – είναι πάντα εκεί να μας συντροφεύει. Δε γίνεται να την κλείσουμε, δε γίνεται να υπάρχουμε χωρίς εκείνη. Όσο κι αν προσπαθήσουμε είναι πρακτικά αδύνατο να μην σκεφτόμαστε απολύτως τίποτα έστω και για ένα δευτερόλεπτο. Απλούστατα γιατί ακόμα και όταν προσπαθούμε ν αδειάσουμε το μυαλό μας, αυτή η φωνούλα είναι εκεί να μας λέει αυτό ακριβώς. Πρακτικά θέλω να πω πως –και συγχωρέστε τις επαναλήψεις μου – ακόμα και όταν δε σκεφτόμαστε τίποτα, σκεφτόμαστε πως «δε σκεφτόμαστε τίποτα». Και εκεί ακριβώς είναι που ήθελα να καταλήξω!

Πότε ξεκινάει μια σκέψη και πότε τελειώνει; Πότε ξέρουμε πως η μια σταμάτησε και ξεκίνησε μια άλλη; Πως γίνεται με σιγουριά να πούμε πως κάποια έφυγε και δεν είναι απλά στο φόντο του μυαλού μας; Και εδώ λοιπόν είναι που κάνει την εμφάνισή του ένας δεύτερος παράγοντας ο οποίος ευθύνεται, κατά βάση, για τα λάθος συμπεράσματα στα οποία μπορεί να βγούμε προσπαθώντας ν απαντήσουμε σ αυτές τις ερωτήσεις. Μιας και εξ αιτίας του, ακολουθούμε ασυνείδητα τις επιλογές μας δίχως να το γνωρίζουμε, καθώς παρασυρόμαστε απ’ αυτόν σε λάθος μονοπάτια που οι ίδιοι ρίξαμε τους εαυτούς μας… Η προσοχή.

Αν μπορούσαμε να ζήσουμε μια μέρα δίχως να εστιάζουμε την προσοχή μας σε μια μόνο σκέψη, και δίναμε αντίστοιχη προσοχή σε κάθε σκέψη που κάναμε, θα παρατηρούσαμε πως η απάντηση στις παραπάνω ερωτήσεις δεν είναι και τόσο απλή. Και το πιο τρομερό είναι πως το πρώτο πράγμα που θα παρατηρούσαμε θα ‘ταν πως αυτή η «φωνή» δεν έχει μόνο ένα επίπεδο. Ποτέ δεν σκεφτόμαστε μόνο ένα πράγμα, απλά τείνουμε να εστιάζουμε ασυναίσθητα την προσοχή μας κάθε φορά σε αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο εκείνη τη στιγμή. Γι αυτό και πολλές φορές το μυαλό μας φαίνεται να πηδάει ασυναίσθητα απ το ένα πράγμα στο άλλο. Στην ουσία δεν το κάνει, απλά αλλάζουμε, δίχως να το καταλάβουμε, τα επίπεδα παρατήρησης των σκέψεών μας.

Για να γίνει πιο κατανοητό αυτό θα θελα να δώσω ένα παράδειγμα αλλά πριν απ αυτό ας κάνουμε άλλη μια μικρή παράκαμψη. Διαβάζοντας πρόσφατα μια μελέτη έμαθα πως αν κάποιος γεννηθεί δίχως την ικανότητα της ακοής, η «εσωτερική φωνή» του έχει τη μορφή της νοηματικής γλώσσας ή τη μορφή εικόνων, πράγμα το οποίο για κάποιον που έχει γεννηθεί με τελείως διαφορετικά αισθητηριακά ερεθίσματα, είναι αδύνατο να συλληφθεί. Άρα βγαίνουμε στο συμπέρασμα πως αυτή η «φωνή» είναι μια ξεκάθαρη απόρροια της ικανότητάς μας ν’ ακούμε. Και την ακούμε συνεχώς, ακόμα και όταν δεν την προσέχουμε.

Σύμφωνα με αυτή την παρατήρηση λοιπόν, θα μπορούσαμε – λίγο τολμηρά – να παρομοιάσουμε την εσωτερική φωνή μας, με ένα κβαντικό φαινόμενο το οποίο παρουσιάζεται κατά την παρατήρηση ηλεκτρονίων. Το φαινόμενο αυτό μας δείχνει πως, μέχρι να μετρηθούν – να εξεταστούν με κάποιο τρόπο –  θεωρούνται «κενά», δηλαδή δε μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά τι ιδιότητα έχουν. Αλλά ακριβώς λόγω του ότι εξετάζονται αποκτούν αμέσως μια, ξεκάθαρα επειδή υπάρχει κάποιος παρατηρητής ο οποίος, άθελά του, τους την προσδίδει. Έτσι, ακριβώς επειδή παρατηρούμε συνειδητά τη σκέψη μας σε θεωρητικά άσχετα χρονικά διαστήματα, με τη μια της δίνουμε την «υλική» υπόσταση – ιδιότητα – ανάλογα με το πότε την παρατηρούμε – ή με το «τι» θέλουμε να δούμε τη συγκεκριμένη στιγμή. Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως μέχρι να την παρατηρήσουμε συνειδητά, μπορεί να αναλύει το οποιοδήποτε θέμα το οποίο μέχρι τότε θεωρούμε ανύπαρκτο.

Επιστρέφοντας πάλι στο δρόμο μας λοιπόν, ας πάρουμε για παράδειγμα πως περιμένουμε το ασανσέρ, αναλύοντας το τάδε θέμα που υπάρχει εκείνη τη στιγμή στο μυαλό μας. Με το που φτάνει το ασανσέρ παρατηρούμε πως έχει μέσα άλλα 2 άτομα. Καθώς εισερχόμαστε σ’ αυτό το μικρό χώρο που δεν παρέχει καμία δυνατότητα για προσωπική ελευθερία, η σκέψη μας για λίγο σπάει στα δύο. Το ένα κομμάτι σκέφτεται ακόμα ότι και λίγες στιγμές πιο πριν, το άλλο όμως είναι το κομμάτι το οποίο αισθάνεται άβολα με το ότι ξαφνικά είμαστε τόσο κοντά με κάποιους αγνώστους και έτσι πρέπει να βρει μια διέξοδο για ν’ αποφύγει αυτή την – προσωρινά – άβολη κατάσταση. Μπορεί να κάνουμε πως παρατηρούμε κάτι που δεν είναι εκεί, να κοιτάξουμε με αμηχανία το ταβάνι ή το πάτωμα, να χαζέψουμε σε κάποιο τυχαίο σημείο ή να πάρουμε τα ακουστικά μας – αν υπάρχουν – και να ακούσουμε για λίγο μουσική. Ότι και να κάνουμε όμως, δεν έχουμε σταματήσει να σκεφτόμαστε ότι αναλύαμε και πριν μπούμε στο ασανσέρ. Κι όμως, όλα αυτά που αναφέρω παραπάνω δεν τα έκανε το σώμα μας από μόνο του. Άρα για λίγο υπήρχαν όντως δυο «φωνές» στο κεφάλι μας, η μια που συνέχισε να σκέφτεται τα δικά της και η δεύτερη που σκεφτόταν το πώς θ αποφύγει για λίγο αυτή την κατάσταση. Απλά αποφασίσαμε εξ αρχής να δώσουμε σημασία στην πρώτη, και η δεύτερη απλά χάθηκε κάπου προς το υποσυνείδητό μας.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη τέτοιες στιγμές και θεωρώ πως δε θα ‘ταν υπερβολή να έλεγα πως, κατά τη γνώμη μου, το επίπεδο της συνείδησης που έχουμε μέσα στη μέρα μας όσον αφορά τον εαυτό μας και τις πράξεις μας είναι λιγότερο του 10%. Γιατί κάνουμε τόσα πράγματα που όντως τα σκεφτόμαστε αλλά, ποτέ σχεδόν, συνειδητά. Όταν τρώτε σκέφτεστε το πώς κουνάτε τη γλώσσα σας γύρω απ’ το φαγητό; Όταν κοιτάτε αδιάφορα κάπου σκέφτεστε τι σας έκανε ν αποστρέψετε το βλέμμα σας απ οτιδήποτε κοιτούσατε πριν; Όταν κάθεστε σε μια θέση στο μετρό σκέφτεστε γιατί δεν κάτσαμε μια πιο δίπλα ή μια πιο πέρα; Κι όμως για κάθε ένα απ αυτά τα πράγματα δημιουργείται μια σκέψη, σε ένα κάποιο συνειδητό επίπεδο, η οποία όντως υπάρχει και όντως αν προσπαθήσετε θα δείτε πως την κάνετε, όλο και πιο συνειδητά. Μπορείτε μάλιστα, βασιζόμενοι σ’ αυτό το σκεπτικό, μέχρι και να «εκπαιδεύσετε» τον εαυτό σας να παρατηρείτε πράγμα το οποίο, σε συνδυασμό με μια κάποια εσωτερική ειλικρίνεια, αναπόφευκτα θα σας δώσει μεγαλύτερη γνώση για το «γιατί» κάνετε το ότι κάνετε.

Επιστρέφοντας λοιπόν σε αυτό που έλεγα εξ αρχής, δε θα μπορούσα να ορκιστώ πως το σκέφτηκα, γιατί το χέρι μου κινήθηκε να φτιάξει τον γερμένο καθρέφτη στο μπάνιο πριν καταλάβω ότι σχηματίστηκαν στο μυαλό μου αυτές οι λέξεις. Και το δικό μου περιστατικό μπορεί να είναι μεν απλό και καθημερινό, αλλά παίρνοντάς το σαν παράδειγμα ρωτάω, πως μπορούμε ν απαντάμε με τόση σιγουριά «δεν ξέρω!» όταν κάποιος μας ρωτάει κάτι για τον εαυτό μας το οποίο, μέχρι τότε, δεν έχουμε ποτέ ξανά αναλύσει ούτε οι ίδιοι; Πως μπορούμε να λέμε με τόση ευκολία «δεν ξέρω!» όταν μας ζητάνε εξηγήσεις για κάποια εσωτερικά μας κίνητρα τα οποία, ούτε οι ίδιοι, δεν έχουμε κατανοήσει; Πως μπορούμε να χρησιμοποιούμε τόσο ελεύθερα το «δεν ξέρω!» όταν μας στήνουν στον τοίχο για θέματα στα οποία δε θέλουμε να δώσουμε απαντήσεις;

Όλα τα ξέρουμε! Γιατί όλα τα σκεφτόμαστε. Συνεχώς. Με αυτή τη δεύτερη «φωνή» η οποία χάνεται πάντα στην αφάνεια ενός μυαλού, τόσο πολύπλοκου, που θα κάνει τα πάντα για να προστατέψει την καθημερινότητά του! Όλες τις απαντήσεις για τον εαυτό μας τις έχουμε ήδη απαντήσει οι ίδιοι μέσα μας, γι αυτό και πράττουμε όπως πράττουμε όταν μας παρουσιάζεται μια οποιαδήποτε κατάσταση μπροστά μας. Αν δεν το χαμε ήδη κάνει δε θα μπορούσαμε ν αντιδράσουμε σε τίποτα…

Και εδώ είναι που εμφανίζεται πάλι ο παράγοντας της παρατήρησης. Όταν ήμασταν παιδιά μπορούσαμε να παίζουμε για ώρες μετατρέποντας τα αντικείμενα που υπήρχαν γύρω μας με τη φαντασία μας. Πλέον έχουμε σταματήσει, αλλά μπορείτε να ισχυριστείτε πως αυτό έγινε επειδή τα αντικείμενα τα οποία μετατρέπαμε σε παιχνίδια χάθηκαν; Όχι! Απλά αρχίσαμε να παρατηρούμε και να δίνουμε σημασία σε άλλα πράγματα. Τα «παιχνίδια» μας όμως είναι ακόμα εκεί, απλά δεν τους δίνουμε τη σημασία που τους δίναμε άλλοτε. Βάλτε στη θέση της παιδικής μας ξεγνοιασιάς τη σκέψη και θα δείτε πως κάνουμε το ίδιο πράγμα καθημερινά. Όλα είναι ακόμα εκεί, απλά έχουμε επιλέξει να δίνουμε προσοχή σε τελείως άλλα πράγματα.

Γι’ αυτό αντί ν’ αρνούμαστε τους ίδιους μας τους εαυτούς, προβληματισμένοι με ήδη λυμένα προβλήματα, ας διώχνουμε στην άκρη μερικές φορές τη μονόχνοτη πραγματικότητά μας, δίνοντας αυτό το χώρο του μυαλού μας στο να μάθουμε σιγά-σιγά να παρατηρούμε εμάς τους ίδιους. Γιατί μπορεί το μόνο που χρειάζεται για να λυθούν τα μεγαλύτερα προβλήματά μας, να είναι λίγη κατανόηση και η δύναμη του να παραδεχόμαστε τις αδυναμίες μας.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Λίγα Λόγια για μια Μεγάλη Προσπάθεια

Το κείμενο με τίτλο "Fragments" είναι ένα μέρος της πρώτης νουβέλας ενός από τα πρώτα, Ελληνικά p'n'p RPG games, με τίτλο "Apocalypse", το οποίο αυτή τη στιγμή βρίσκεται πολύ κοντά στο στάδιο της έκδοσης. Το Apocalypse είναι ένα νέο και ανερχόμενο παιχνίδι, που ελπίζουμε να καταφέρει να βρει τη θέση που του αξίζει στο κοσμικό στερέωμα των RPG.

Στηρίζοντας ακράδαντα την φράση "credit where due", αυτό το μικρό κείμενο είναι το αμέριστο "ευχαριστώ" μου στους δημιουργούς του, που μου δίνουν τη μεγάλη τιμή και χαρά να είμαι υπεύθυνος της συγγραφής των νουβέλων οι οποίες θα συνοδεύουν - καλώς εχόντων των πραγμάτων - το RPG όταν εκδοθεί.

Επίσης - για όποιον τύχει να το διαβάσει - είναι και μια προσπάθεια παρακίνησης αναρτήσεων οποιουδήποτε είδους comment όσον αφορά το κείμενο (η επεξήγηση πιστεύω είναι περιττή :P ).

Ευχαριστώ και πάλι τον οποιοδήποτε πήρε το χρόνο του για να διαβάσει αυτές τις λίγες γραμμές, και ελπίζω ν απολαύσετε την ιστορία που παραθέτεται παρακάτω.

P.S. Σε μερικά σημεία υπάρχουν κάποιες φαινομενικά αχρείαστα εκτενείς περιγραφές (πχ στον εξοπλισμό), αλλά αυτό έγινε ξεκάθαρα επειδή αυτό το κείμενο έπρεπε να δοθεί και στους illustrators για να έχουν και εκείνοι μια ιδέα για τον κόσμο.

Fragments

«Ας ξεκινήσουμε λοιπόν. Οι εξετάσεις μας δείξανε πως η επιρροή της Βιομάζας έχει εξασθενήσει εντελώς, τα εγκεφαλογραφήματά σας βγήκαν εντάξει και τα ψυχολογικά τεστ ήταν αρκετά ικανοποιητικά. Επομένως, δεν έχω λόγο να πιστεύω πως θα υπάρξει κάποια επιπλοκή ως προς την έκβαση της… κουβέντας μας.»
«…»
«Καταλάβατε τα όσα είπα μόλις τώρα;»
«…»
«Μάλιστα.»
«Εξαίσια, άρα μπορούμε να συνεχίσουμε. Μπορείτε να θυμηθείτε με σιγουριά τα όσα συνέβησαν εκείνη τη μέρα;»
«Μάλιστα.»
«Θα θέλαμε να μας δώσετε μια πλήρη περιγραφή των γεγονότων που εξελίχθηκαν εκείνη τη μέρα, με τις περισσότερες δυνατές λεπτομέρειες παρακαλώ.»
«…»
«Μπορείτε να κάνετε κάτι τέτοιο;»
«… μάλιστα …»
«Εξαίσια! Θα πρέπει να σας ενημερώσω πως η… συζήτησή μας… μαγνητοφωνείται αλλά είμαι σίγουρος πως αυτό το έχετε αντιληφθεί ήδη. Μπορείτε να ξεκινήσετε όποτε είστε έτοιμος.»
«…»
Εγώ και η διμοιρία μου, με επικεφαλής τον Συνταγματάρχη Fargo, βρισκόμασταν σε μια απλή αποστολή ρουτίνας στον πλανήτη Alamosa. Έναν, κατά τ’ άλλα, μέγιστης στρατηγικής σημασίας πλανήτη μιας και, απ ότι πληροφορηθήκαμε στη μικρή ενημέρωση που μας έκαναν ενώ περιμέναμε όσο ήμασταν καθοδόν προς τα εκεί, η Alamosa είναι ένας απ τους κεντρικούς σταθμούς εξόρυξης Trinitrium. Απ όσο μάθαμε οι Testacious έχουν – ή είχαν τουλάχιστον μέχρι τότε – συνάψει μια συμφωνία με τους Terrans, σύμφωνα με την οποία τους έδιναν τα δικαιώματα εξόρυξης αυτού του πολύτιμου για μας καυσίμου μιας και σ’ αυτούς είναι άχρηστο. Σε αντάλλαγμα εμείς τους παρείχαμε ελεύθερη πρόσβαση σε όλες μας τις διαγαλαξιακές αποικίες, πράγμα το οποίο ωφελούσε και τους δύο πολιτισμούς.
Σαν αποτέλεσμα αυτής της συμφωνίας, μαζί με πολλά άλλα, ο πλανήτης Alamosa είχε γνωρίσει πολύ μεγάλη ανάπτυξη σε πολιτιστικό και τεχνολογικό επίπεδο αλλά το μεγαλύτερο όφελος που είχαν οι Testacious ήταν κυρίως οικονομικό. Λόγω των 5 σταθμών εξόρυξης που έχουμε – ή τουλάχιστον είχαμε, δε γνωρίζω πλέον - πάνω στον πλανήτη, η Alamosa είχε γίνει αρκετά γνωστή σε μας όπως και στους πολιτισμούς με τους οποίους συνυπάρχουμε, πράγμα το οποίο είχε δημιουργήσει ένα μεγάλο κύμα τουρισμού. Γεγονός απόλυτα λογικό αν σκεφτεί κανείς τα μυστηριώδη κοράλλια-κτίσματα – τα οποία απ ότι είχα ακούσει οικοδομούνταν αυτοβούλως ανάλογα με τις ανάγκες των κατοίκων - στα οποία έμεναν οι αυτόχθονες όπως επίσης και τα μαγευτικά υποθαλάσσια τοπία τα οποία τα περιέβαλλαν.
«Αλλά ξεφεύγω, συγχωρέστε με.»
«Κάθε άλλο… φαίνεται πως δείχνετε μεγάλο ενδιαφέρον γι αυτόν τον πλανήτη… συνεχίστε.»
Βρισκόμασταν λοιπόν στην αποικία μας, εν ονόματι Aphrodite 5, η οποία ήταν ένα απ τα πολλά τουριστικά θέρετρα, τα οποία είχαν δημιουργηθεί πρόσφατα, για να καλύψουν τις τουριστικές ανάγκες πλούσιων Testacious, Terran ή οποιουδήποτε άλλου ήθελε να επισκεφτεί αυτό τον πλανήτη και είχε χρήματα για ξόδεμα. Ήταν ένα τεράστιο και πολύ ακριβό τουριστικό θέρετρο, το οποίο είχε χτιστεί επάνω σ έναν κοραλλιογενή ύφαλο με σκοπό να προσφέρει μια πανέξυπνη – και συνάμα τρομακτική – ψευδαίσθηση. Σε όλη τη βορειοανατολική όπως και βορειοδυτική πλευρά του, οι ένοικοι είχαν θέα στο απέραντο πέλαγος το οποίο περιέκλειε το θέρετρο, σ έναν βαθύ μπλε ωκεανό που κατάπινε τα πάντα μέχρι εκεί που μπορούσε να δει το μάτι, κάνοντάς σε να αισθάνεσαι πως πλέεις στη μοναδική σχεδία πάνω σ έναν αμείλικτο πλανήτη που καλύπτεται ολοκληρωτικά από νερό. Δίχως πάτο, δίχως γη, μόνο ο απύθμενος βυθός κάτω απ τα πόδια σου μυστήριος και τρομακτικός, έτοιμος να σε καταπιεί… ήσουν μόνος, αβοήθητος… και μικρός. Κι όμως, όταν έφτανες στη νότια πλευρά του υφάλου, έβλεπες απέναντί σου να ξεχύνεται μεγαλοπρεπής και υπέρλαμπρη η πρωτεύουσα των Testacious. Ακλόνητη στα αφηνιασμένα κύματα που έσκαγαν πάνω της με ορμή, προσπαθώντας μάταια να την καταπιούν. Τα τεράστια κοράλλινα τείχη της πόλης έστεκαν αγέρωχοι φρουροί στις μανιασμένες καταιγίδες που έπληγαν τον πλανήτη, και χαμήλωναν στωικά όταν η θάλασσα είχε πλέον ηρεμίσει, αποκαλύπτοντας μια πόλη-κολοσσό τόσο αρχαία που σου κοβόταν η ανάσα. Ολόκληρη η πρωτεύουσα ήταν ένα συμπαγές οικοδόμημα το οποίο κανείς δεν ήξερε αν είχε σμιλευτεί ή απλά άλλαζε ανάλογα με τις ανάγκες των κατοίκων της. Οι αυτόχθονες ήταν πολύ μυστικοπαθείς και καχύποπτοι με όχι μόνο τους ξένους αλλά και τους δικούς τους ανθρώπους πάνω σ αυτό το θέμα. Μόνο όσοι ανήκουν στο εσωτερικό συμβούλιο των Seers – έτσι ονομάζουν τους Ιερείς τους από όσο μπόρεσα να καταλάβω – και ο αρχηγός τους, ο Hierophant, έχουν πρόσβαση σ αυτά τα αρχέγονα μυστικά.
Το μόνο που μπορούσα να αισθανθώ ήταν δέος.
«Φαίνεστε γοητευμένος πραγματικά γοητευμένος απ αυτούς τους… Testacious και τον κόσμο τους.»
«… ήταν απλά η πρώτη μου φορά στον πλανήτη. Η πίστη μου στη Nekrocity και τον Nekranal είναι ακλόνητη και παντοτινή. Τίποτα δε μπορεί ν αντικαταστήσει το σκοπό μας.»
«… μάλιστα… συνεχίστε…»
Ήταν άλλο ένα ήρεμο απόγευμα και μαζί με δύο άλλους star troopers μεταφέραμε κάτι κιβώτια με προμήθειες από τα πλοία στην περιοχή που είχαμε κατασκηνώσει. Βρισκόμασταν στην βορειοδυτική πλευρά του, ας το πούμε, νησιού μακριά απ τις πολυτελείς εγκαταστάσεις του θέρετρου. Οι υπεύθυνοι μας είχαν τονίσει πως μπορεί να βρισκόμασταν εκεί για προστασία αλλά δεν έπρεπε να διαταράσσουμε τις διακοπές των ενοίκων, εξάλλου πλήρωναν πάρα πολλά για να είναι εκεί και όλα έπρεπε να λειτουργούν στην εντέλεια. Το ίδιο το θέρετρο λειτουργούσε χάρη σ έναν μικρό αντιδραστήρα πυρηνικής ενέργειας έτσι ώστε οι τουρίστες να έχουν συνεχή πρόσβαση σε όλα τα κομφόρ που μπορούσε να προσφέρει δίχως την παραμικρή επιπλοκή. Είχαμε τελειώσει με τις μεταφορές πάνω στην ώρα που έδυε ο πρώτος ήλιος – JA αν θυμάμαι καλά – και ο δεύτερος, ο KA, εμφανιζόταν σιγά-σιγά στην άκρη του ορίζοντα. Μιας και σ αυτό τον πλανήτη δεν είχε ποτέ νύχτα μερικοί από μας είχαμε κάποιο πρόβλημα προσαρμογής, αλλά ευτυχώς λόγω της εκπαίδευσής μας και των συνεχών τεχνιτών ύπνων στην ψευδο-νύχτα στην οποία έπρεπε να προσαρμοστούμε στα μακρινά διαγαλαξιακά ταξίδια μέσα στα σκάφη, είχαμε αρχίσει να το ξεπερνάμε. Κουρασμένος από τις συνεχείς ασκήσεις και το γεγονός πως έπρεπε να μαστε συνεχώς σε εγρήγορση σε περίπτωση που γίνει κάτι, είχα απομακρυνθεί λίγο απ την διμοιρία μου για να ξεκουραστώ κάτω απ τη σκιά ενός κομματιού που προεξείχε απ τον ύφαλο και είχε πάρει το σχήμα μισοφέγγαρου.
«Η ποινή για τεμπέλιασμα εν ώρα καθήκοντος είναι μια εβδομάδα καταναγκαστικής εργασίας στο πλοίο, όπως επίσης η ποινή για παράκουση εντολών ανωτέρου είναι άλλη μια. Ελπίζω να το γνωρίζετε αυτό.»
«…»
«Συνεχίστε παρακαλώ.»
Καθώς σκούπιζα τον ιδρώτα απ το μέτωπό μου, έριξα μια ματιά τριγύρω για να σιγουρευτώ πως όλα είναι εντάξει. Και τότε τον είδα. Ο Συνταγματάρχης Fargo καθόταν απόμακρα στην άκρη ενός απόκρημνου βράχου, ατενίζοντας πότε τους στρατιώτες του και πότε τη θάλασσα. Δε μπορούσα να διακρίνω καθαρά το βλέμμα του αλλά φαινόταν κάπως σκεφτικός, κάπως χαμένος.
«Τι θυμάστε να μου πείτε για τον Συνταγματάρχη Fargo
Τι θυμάμαι; Θυμάμαι τα πάντα! Ήταν – ή είναι, δε μπορώ να γνωρίζω τι ακολούθησε μετά τα όσα συνέβησαν – ένας απ τους μεγαλύτερους και πιο σπουδαίους ανθρώπους που είχα την τιμή, και το τονίζω αυτό, να υπηρετήσω αυτά τα 5 χρόνια που είμαι στους star troopers! Όσες φορές τον έχω δει στο πεδίο της μάχης ήταν πραγματικά άφοβος και διατηρούσε τον χαρακτήρα του ακόμα και μπροστά στο πρόσωπο του θανάτου του ίδιου! Όλοι οι άντρες στο στράτευμα τον σέβονταν και εκτελούσαν δίχως δεύτερη σκέψη την κάθε του εντολή. Και εκείνος, σε αντάλλαγμα, σε κάθε μάχη μας έκανε υπερήφανους να υπηρετούμε από κάτω του, κάτω από έναν τόσο σπουδαίο άντρα. Οι αποφάσεις του, ακόμα και της τελευταίας στιγμής μπορούσαν ν αλλάξουν προς τη νίκη την έκβαση της κάθε μας μάχης.
Τι θυμάμαι…
Θα σας πω τι θυμάμαι απ αυτόν!
Θυμάμαι πως αν μου έλεγε να μπω μέσα στο στόμα του λύκου, ή να περπατήσω ως την κόλαση και πίσω θα το έκανα! Θα το έκανα δίχως δεύτερη σκέψη ή δισταγμό! Και αν πέθαινα, θα πέθαινα γνωρίζοντας πως πέθανα τιμημένα! Στο όνομα του μεγαλύτερου ηγέτη που γνώρισα ποτέ μου. Γιατί όταν ήταν εκεί, μαζί μας, στο πεδίο της μάχης, κανένας απ τους συντρόφους μου δε γνώριζε φόβο…

«Κοίτα τους…»
«Όλοι τους στοιβαγμένοι πιστά ο ένας πίσω απ τον άλλον, ν ακολουθούν βουβά με προθυμία την κάθε εντολή, πάντα σε σειρές, πάντα σε εγρήγορση, πάντα ετοιμοπόλεμοι…»
«Παιδιά ακόμα, έχοντας μπροστά τους άλλα 5, 10, διάολε, μπορεί μέχρι και 15 χρόνια ακόμα ζωής. Να κάνουν εφόδους σε κάθε μάχη λες και είναι η τελευταία τους, λες και δε νοιάζονται για το αν μια ριπή μπορεί να τους ξεριζώσει το κεφάλι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, λες και όλα είναι ήδη μάταια. Και όταν μετά τη μάχη ρωτάς τους επιζώντες για τους φίλους και συντρόφους που χάθηκαν σ αυτή, με τους οποίους πολέμησαν τόσες φορές πλάτη με πλάτη, που ούρλιαξαν μαζί μέσα στη φρενίτιδα της συμπλοκής, που προσευχήθηκαν πλάι-πλάι στον Nekranal για δύναμη… μοιάζουν να μην τους είχανε γνωρίσει ποτέ.»
«Μυρμήγκια! Αυτό είμαστε όλοι μας! Μια τεράστια αποικία μυρμηγκιών. Γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε σε μια σειρά, δουλεύουμε σε μια σειρά, πολεμάμε σε μια σειρά, προσευχόμαστε σε μια σειρά… γεμίζουμε το σώμα μας με φάρμακα και το αλλάζουμε γενετικά για να μαστε καλύτεροι, γρηγορότεροι και δυνατότεροι πολεμιστές. Έτσι ώστε όταν γεράσουμε αρκετά να χαθούμε, και κάποιο άλλο μυρμήγκι παίρνει τη θέση μας στην αποικία, έτσι, βουβά, δίχως τιμές, δίχως δόξα, δίχως όνομα. Η συνέχιση του είδους πρέπει να διαιωνιστεί. Αυτό μόνο ξέρουμε, χωρίς να μπορούμε να σκεφτούμε τι άλλο μπορούμε να κάνουμε, αν μπορούμε να κάνουμε κάτι εν τέλει… πολεμάμε τα συμπτώματα δίχως να κάνουμε κάτι για την αρρώστια την ίδια.»
«Και ο “Θεός” μας, που κάθεται απόμακρος και μυστήριος στη Σάλα του Θανάτου, δεν έκανε ποτέ τίποτα για να μας βοηθήσει, παρά μόνο να μας δίνει ένα ελάχιστο ψήγμα της δύναμης του για το μοναδικό σκοπό του μαζέματος των ψυχών και της διάδοσης της θρησκείας… όλα στο όνομά του…»
Με πήρε ο ύπνος δίχως να το καταλάβω επάνω στο λόφο, το κεφάλι μου βαρύ από σκέψεις και γεμάτο προβληματισμούς ο οποίοι είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους τον τελευταίο καιρό μαζί μ ένα περίεργο συναίσθημα. Λες και ένα χέρι μες στο στομάχι μου τραβούσε προς τα κάτω τα σωθικά. Δεν το ένοιωθα συνεχώς φυσικά, ήμουν ένας απ τους καλύτερους που είχε να προσφέρει η T.A.F! Απ τις μέρες της ακαδημίας ακόμα αρίστευα σε όλα! Ένας διοικητής – λάθος – ένας Συνταγματάρχης, δεν έχει ώρα για τέτοιους προβληματισμούς, με μια ένεση αδρεναλίνης όλα θα επανέρχονταν στο φυσιολογικό. Όσο και αν προσπαθούσα, δε μπορούσα να θυμηθώ τι σκεφτόμουν πριν με πάρει ο ύπνος αλλά δεν ήταν αυτό το πρόβλημά μου αυτή τη στιγμή.
Ξύπνησα μπροστά στον καθρέφτη, όρθιος, φορώντας τη στολή μου.
«Πόσην ώρα στέκομαι εδώ;» αναρωτήθηκα.
«…και πότε φόρεσα τη στολή;»
Μη μπορώντας να καταλάβω πως βρέθηκα εκεί, άρχισα ασυναίσθητα να με περιεργάζομαι.
Η νέα, ελαφριά στολή της T.A.F ήταν πραγματικά ένα τεχνολογικό θαύμα. Το ότι τα μέλη της ήταν φτιαγμένα από, τεχνητά δημιουργημένο, ιστό αράχνης της προσέφερε 10 φορές περισσότερη σκληρότητα από Kevlar ενώ την έκανε ελαφρύτερη από ένα στάνταρ αλεξίσφαιρο. Το μεγαλύτερο όμως ατού της ήταν τα ίδια τα μέλη της, στην πράξη, το μόνο “πραγματικό” κομμάτι της πανοπλίας ήταν τα προστατευτικά του θώρακα και της πλάτης τα οποία έδεναν πάνω απ τους ώμους με ζώνες ασφαλείας οι οποίες επικαλύπτονταν από το ίδιο βιο-υλικό, δημιουργώντας έτσι προστατευτικές επωμίδες. Οι ίδιες ζώνες έδεναν και στη μέση, παίρνοντας έτσι ένα σημαντικό κομμάτι του βάρους απ τους ώμους και προσφέροντας προστασία στα πλευρά. Τα δύο αυτά προστατευτικά γίνονταν ένα ενιαίο κομμάτι στην περιοχή του καβάλου, προσφέροντας έτσι προστασία αλλά και κάνοντας τη στολή εύκολη στο να φορεθεί και γρήγορη στο να αφαιρεθεί μιας και το μόνο που είχες να κάνεις, αν οι προστατευτικές της ιδιότητες έφταναν στα όριά τους, ήταν να πατήσεις το κουμπί που έλυνε τις ζώνες και η στολή απλά έπεφτε.
Το πιο έξυπνο κομμάτι αυτής της πανοπλίας, ήταν τα μηχανικά της μέρη. Από τον αγκώνα μέχρι τον καρπό, όπως επίσης και από τα γόνατα μέχρι τους αστραγάλους, κομμάτια από ελαφρύ, αλλά ανθεκτικό, μέταλλο κλείδωναν μεταξύ τους γύρω απ το μέλος για το οποίο προορίζονταν. Τα κομμάτια αυτά ήταν ένα έξυπνο υβρίδιο προστασίας και χρησιμότητας. Από το πάνω μέρος του δεξιού χεριού εμφανιζόταν μια αναδιπλούμενη ασπίδα η οποία μπορούσε να αντέξει τα περισσότερα στάνταρ χτυπήματα, ενώ το πάνω μέρος του αριστερού, ήταν ένας ειδικά διαμορφωμένος χώρος τοποθέτησης, αποθήκευσης και εναλλαγής όπλων. Ο αποθηκευτικός χώρος στην εξωτερική μεριά του δεξιού ποδιού χρησιμοποιούνταν σαν εργαλειοθήκη ενώ του αριστερού σαν κουτί πρώτων βοηθειών. Οι εσωτερικοί χώροι και στα δυο πόδια έκρυβαν μέσα τους από μια πολύ δυνατή πρέσα αέρα η οποία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν άγκυρα, έτσι ώστε το άτομο στο οποίο είναι ενσωματωμένη να είναι πρακτικά ακλόνητο σε μια επαφή σώμα με σώμα, ή να το βοηθήσουν να κάνει τρομερά άλματα ή άλλα αδύνατα κατά-τα-άλλα κατορθώματα. Οι αποθηκευτικοί χώροι κάτω απ τα χέρια είχαν από μια φιάλη με ένα απίστευτα συγκεντρωμένο υγρό υπό πίεση το οποίο, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για το σβήσιμο εστιών φωτιάς ή μέχρι και για την πιθανή απώθηση εχθρών. Όλες οι λειτουργίες της στολής ενεργοποιούνταν από δύο μίνι υπολογιστές, κάθε ένας εκ των οποίων βρισκόταν στο επάνω μέρος των γαντιών του χρήστη. Οι άκρες των δακτύλων λειτουργούσαν σαν σαρωτές για τη συλλογή πληροφοριών κάθε λογής, από χημικές αναλύσεις μέχρι τον υπολογισμό ατμοσφαιρικών ή καιρικών συνθηκών. Ακόμα και η ίδια η στολή διάβαζε συνεχώς τις βιολογικές ενδείξεις του χρήστη και τον ενημέρωνε για οποιοδήποτε πρόβλημα ή ξένο σώμα εισχωρούσε σε οποιοδήποτε δικό του ή δικό της κομμάτι.
Τα μπράτσα και τα μπούτια καλύπτονταν κι αυτά από ένα λεπτό στρώμα του ίδιου βιο-υλικού απ το οποίο ήταν φτιαγμένο και το βασικό κομμάτι της πανοπλίας, αλλά αυτό ήταν κυρίως για να δίνεται η ψευδαίσθηση του ότι καλύπτεται όλο το σώμα και παράλληλα όμως να διατηρείται στο μέγιστο η ταχύτητα και η ευκινησία του χρήστη όπως επίσης να ελαττώνεται στο ελάχιστο το βάρος που του προσέθετε η στολή. Όλα τα κομμάτια φοριόντουσαν πάνω από ένα ολόσωμο κολλάν το οποίο ήταν στο ίδιο χρώμα με τη στολή – το χρώμα της άμμου με ακανόνιστες πράσινες πινελιές σε διάφορα σημεία – έτσι ώστε να ενισχύεται η ψευδαίσθηση.
Το κράνος του χρήστη ήταν άλλο ένα κέντρο ελέγχου από μόνο του το οποίο, φτιαγμένο απ το ίδιο βιο-υλικό απ το οποίο ήταν η στολή, όχι μόνο προσέφερε προστασία και ορατότητα σχεδόν 360 μέσω μικρών καμερών ενσωματωμένων δεξιά, αριστερά και πίσω του αλλά και συνεχή ακουστική και οπτική επικοινωνία με οποιονδήποτε άλλο στρατιώτη της μονάδας. Δεχόταν φωνητικές εντολές, είχε ενδείξεις όλων των λειτουργιών επάνω στο εσωτερικό μέρος της κάσκας και πρόσφερε παροχή οξυγόνου, όποτε χρειαζόταν, μέσω δύο φιαλών που συνδέονταν με αυτό και προσκολλούνταν στην πλάτη της στολής.
Αισθανόμουν πως είχα μείνει ώρα και παρατηρούσα τη στολή, την περιεργαζόμουν, με το κράνος παραμάσχαλα, στητός, έτοιμος για κάτι το οποίο ούτε ο ίδιος δεν ήξερα, έστεκα όρθιος και έλεγχα ξεχωριστά το κάθε κομμάτι της… το θαύμαζα. Ήταν ένα πραγματικό θαύμα, η κορύφωση του τεχνολογικού και μηχανολογικού πολιτισμού μας! Γιατί αυτό ήταν ο πολιτισμός μας, αυτό ήμασταν εμείς, αφότου ήρθε η Βιομάζα μόνο αυτό ήμασταν. Και ήμασταν περήφανοι γι αυτό, πολεμιστές και επιζώντες της κάθε κατάστασης, αρνητές της μοίρας μας και πολέμιοι του οποιουδήποτε μας απειλούσε! Επιβιώναμε…
Αλλάζαμε τα σώματά μας, αναδιαμορφώναμε τα κόκαλά μας, ενισχύαμε τους μυς μας, αυξάναμε τη μάζα μας, δυναμώναμε τις αντοχές μας, ακονίζαμε τις αισθήσεις μας…
Και γω… έστεκα εκεί, ένας απλός στρατιώτης κάποτε, ακόμα μετρίου αναστήματος – δε θέλησα ποτέ να το τροποποιήσω – και κοίταζα τον εαυτό μου. Το σώμα μου σμιλευμένο απ τις συνεχείς ασκήσεις και τα φάρμακα αντοχής. Το πρόσωπό μου μετά από τόσα χρόνια στο πεδίο της μάχης είχε γεμίσει μικρές ουλές από θραύσματα και χτυπήματα. Είχαν αρχίσει να τις καλύπτουν τα γένια που άφηνα από όταν ήρθαμε σ αυτό τον πλανήτη, όντας ο ανώτερος χωρίς να έχω κάποιον να μου υποδείξει το αντίθετο, αλλά το μεγαλύτερό μου “απόκτημα”, μια ουλή η οποία διέτρεχε όλο το αριστερό μέρος του προσώπου μου όπως επίσης και το αριστερό μου μάτι, ήταν αδύνατο να κρυφτεί. Και δεν το ήθελα! Την κέρδισα όταν μπήκα ανάμεσα στα νύχια ενός μεταλλαγμένου και τη ζωή του ανώτερού μου, διαλύοντας στιγμές αργότερα τον μεταλλαγμένο σε μια άμορφη μάζα με το όπλο μου. Όπως κέρδισα και το κούρεμά μου, μόνο οι ελίτ της μονάδας επιτρέπεται να αφήνουν στρατιωτική μοϊκάνα. Πάντα πρώτος στις γραμμές, πάντα πρόθυμος… μυρμήγκι…
«Διοικητά!!!» μια φωνή διατάραξε την ηρεμία μου, άραγε πόσην ώρα φωνάζει;
«Κύριε Διοικητά απαντήστε μου! Σας ικετεύω!» η φωνή προέρχονταν από έναν νεαρό στρατιώτη – άλλη μια πανομοιότυπη μονάδα - ο οποίος ήταν στην είσοδο της σκηνής μου. Τότε ήταν και που παρατήρησα για πρώτη φορά το που βρισκόμουν. Πως βρέθηκα εκεί;
Απ έξω ακούγονταν πανικόβλητες κραυγές και ένα τρομερό, βαρύ ποδοβολητό! Πόσην ώρα συνέβαινε αυτό;
«Δώσε αναφορά στρατιώτη!» τον πρόσταξα ξαναβρίσκοντας τη στρατιωτική μου πειθαρχία και ηθική.
«Από το πουθενά Κύριε! Όλα έγιναν από το πουθενά! Μεταφέραμε μερικά φορτία στην κατασκήνωση και είδαμε από μακριά τον ύφαλο ν ανοίγει στη μέση στη βορειοανατολική του πλευρά! Πρέπει να βγείτε έξω οπωσδήποτε!»
Τρέξαμε έξω απ τη σκηνή και βγαίνοντας δε μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Στο βορειοανατολικό σημείο που ο ύφαλος συναντούσε τη θάλασσα, ένα κομμάτι του που δημιουργούσε έναν μικρό κολπίσκο σε σχήμα μισοφέγγαρου ήταν λες και είχε έρθει στη ζωή! Στο κέντρο του κολπίσκου, απ τη θάλασσα, είχε αναδυθεί ένα τεράστιο κυκλικό στόμα, με 3 σειρές πριονωτά δόντια, το οποίο ανοιγόκλεινε συνεχώς προσπαθώντας να τραβήξει προς το μέρος του όσες βάρκες επέπλεαν στο νερό. Γύρω του και κατά μήκος του κολπίσκου τεράστια απειλητικά πλοκάμια είχαν ξεπεταχτεί απ το έδαφος, τα οποία κινούνταν προς όλες τις κατευθύνσεις σε μια προσπάθεια να γραπώσουν όσους περισσότερους απ τους λουόμενους μπορούσαν. Όλοι βρίσκονταν σε άμεσο κίνδυνο!

«Σήμανε άμεσο συναγερμό! Όλοι οι άντρες να σπεύσουν να σώσουν όσους περισσότερους πολίτες μπορούν!» Φώναξε ο Διοικητής με μανία.
«Όλοι οι άντρες να πάρουν μια ένεση αδρεναλίνης ΤΩΡΑ!» Διέταξε.
«Και κάποιος, διάβολε, να μου δώσει ένα όπλο!»
«Πάρτε το δικό μου Κύριε.» Φώναξε ο σ στρατιώτης μέσα στον πανικό που επικρατούσε ανάμεσά τους και παραθέτοντας το όπλο του.
«Είναι γεμάτο και έτοιμο.»
Καρφώνοντας μια ένεση αδρεναλίνης στο μπράτσο του άρπαξε το όπλο.
«ΓΙΑ ΤΗ NEKROCITY!» Ούρλιαξε με θάρρος. Η πολεμική του ιαχή ακουόμενη πάνω απ την αναστάτωση που υπερίσχυε ανάμεσα στους στρατιώτες της κατασκήνωσης ξάφνου μετέδωσε σε όλους μια πολεμική φρενίτιδα.
Φωνάζοντας και τρέχοντας σε σχηματισμό, οι στρατιώτες ξεχύθηκαν προς το αποκρουστικό πλάσμα δίχως φόβο, δίχως δισταγμό, και με τον Διοικητή Fargo να ηγείται του αποσπάσματος στην πρώτη γραμμή!
Καθώς έφταναν κοντά στα πλοκάμια του πλάσματος είδαν τεράστια, ανθρωπόμορφα πλάσματα, δυο μέτρα σε ύψος, που έμοιαζαν με κουφάρια τα οποία είχαν αφεθεί καιρό στα στοιχεία της φύσης και είχαν φουσκώσει και γεμίσει φουσκάλες οι οποίες έσταζαν συνεχώς ένα πρασινόμαυρο υγρό, να εφορμούν κατά πάνω τους. Ακόμα και τα τέρατα χαμήλωσαν διστακτικά τον ρυθμό τους όταν άκουσαν τις πολεμικές ιαχές τους και δεν είδαν κανέναν να υποχωρεί.
«Οι μισοί από σας, δώστε και τις ζωές σας τις ίδιες αν χρειαστεί για να σωθούν οι πολίτες! Οι άλλοι μισοί, δημιουργήστε δυο φάλαγγες δεξιά κι αριστερά μου!» Φώναξε ο Διοικητής πριν ορμήσει – τυφλός από θυμό – επάνω σε ένα.
Μια βροντερή αστραπή ακούστηκε καθώς η πριονωτή κάνη έπεσε πάνω στο σημείο που κάποτε ήταν το κεφάλι του πλάσματος, χωρίζοντας το με μιας στα δυο.
Μια μαύρη βροχή άρχισε να πέφτει απ τον ουρανό.

Ακούω τη φωνή μου από μακριά, λες και είμαι έξω απ το σώμα μου και παρατηρώ τα πάντα. Η βροχή έχει αρχίσει και σιγά-σιγά, μαζί με το γεγονός ότι τρέχουμε, ξεπλένει το αίμα του τέρατος απ το πρόσωπό μου. Τρέχω, και νοιώθω το χρώμα του να φεύγει από πάνω μου, λες και το ίδιο μου το δέρμα ξεπλένεται απαλά μαζί του, όλα είναι μάταια τελικά. Η ένταση της μάχης πίστευα πως ήταν ότι ακριβώς χρειαζόμουν, οι άντρες μου εξαπολύονται και χτυπάνε τα τέρατα με μανία, η νίκη μας είναι θέμα χρόνου.
«Μυρμήγκια…» σκέφτομαι. Είμαστε όλοι μας μυρμήγκια. Υπηρετούμε τη “Βασίλισσά” μας με υπακοή και στο τέλος απλά χανόμαστε.
«Όχι!»
«ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ NEKRANAL!» Φωνάζω ενώ οι ριπές μου καρφώνονται σα βροχή από μέταλλο στα – φαινομενικά – ήδη νεκρά σώματα των εχθρών μας.
Τα τεράστια πλοκάμια παρασέρνουν ολοένα και περισσότερους άντρες μας στο χαμό τους. Το τεράστιο στόμα που έχει βγει απ τη θάλασσα απλά τελειώνει τη δουλειά. Κι όμως πολλοί απ αυτούς ανατινάζουν τους εαυτούς τους καθώς πέφτουν, ακόμα και στο τέλος θέλουν να δώσουν ένα ακόμα χαστούκι στο πρόσωπο του θανάτου.
«Οι πολίτες! Δώστε αναφορά!» Διατάζω μέσα απ την ενδοεπικοινωνία του κράνους μου.
«Είχαμε πολλές απώλειες αλλά οι περισσότεροι είναι ασφαλείς κύριε.» ακούγεται μια φωνή απ την άλλη μεριά.
«Συνεχίστε και όταν είναι ασφαλείς σπεύστε να βοηθήσετε στο πεδίο της μάχης!» δίνω εντολή.
Βλέπω τα μάτια του νεαρού στρατιώτη, που μου έδωσε το όπλο του πίσω στην κατασκήνωση, να έχουν γυρίσει προς τα πίσω, κι εκείνος – άβουλος πλέον, απ την υπερβολική δόση αδρεναλίνης – να συνεχίζει να πυροβολεί ασταμάτητα.
«ΜΠΡΟΣΤΑ!!!» Ουρλιάζω, παρακινώντας τους στρατιώτες μου να συνεχίσουν.
«Δείξτε σ αυτά τα άψυχα κορμιά τι πάει να πει πραγματικός τρόμος! Γιατί μετά απ αυτό, ακόμα και οι νεκροί θα μάθουν να φοβούνται όταν θ ακούν τις πολεμικές κραυγές μας!»
Γύρω μου στρατιώτες ποδοπατιούνται μέχρι θανάτου, σκίζονται με μιας στα δυο, λιώνουν ζωντανοί απ τα τοξικά υγρά που στάζουν απ τα τέρατα ή χάνονται στον ουρανό απ τα τεράστια πλοκάμια μόνο για να καταλήξουν να τρώγονται απ το γιγάντιο πλάσμα που έχει βγει στην επιφάνεια. Προσπαθώ τόσο να βρω μια ποιητικότητα σ αυτό…
Το μόνο που μπορώ ν ακούσω είναι οι κραυγές τους στο βάθος. Μου ακούγεται σαν θρίαμβος, μια μαγική μελωδία απ τους ουρανούς η οποία προμηνύει τη σίγουρη νίκη μας. Εάν υπήρχε πράγματι ένας θεός, εμείς θα ήμασταν ο θάνατός του…
Ξάφνου ένα απ τα πλάσματα καταφέρνει να φτάσει πολύ κοντά μου και, βάζοντας μπροστά τις αντλίες αέρα στα πόδια μου πιανόμαστε στα χέρια – ή τουλάχιστον το αρπάζω και με αρπάζει με κάποιες προεξοχές απ το σάπιο κορμί του που κάποτε ήταν χέρια.
Κρατάω το έδαφός μου, αλλά είναι πολύ δυνατό. Προσπαθώ να δώσω εντολή απ το κράνος μου στη στολή ν ανοίξει το όπλο του χεριού μου αλλά δε συμβαίνει τίποτα. Βλέπω ένα κομμάτι ύφασμα επάνω του που κάποτε πρέπει να ήταν ρούχο, προλαβαίνω να διακρίνω τ αρχικά P.N.C.
« Psycho Naught…» αναρωτιέμαι, κάτι μου θυμίζει.
«Κύριε Διοικητά γιατί δεν του ρίχνετε; Το όπλο σας έχει βγει! Και γιατί επαναλαμβάνετε συνεχώς τη λέξη “Μυρμήγκια”;»
«Κύριε Διοικητά!»
«Κύριε Διοικητά!»


Συνεχίζεται…