Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Cityscape. A frail beggining...

Όσο είμαστε στο κλίμα λοιπόν, αυτές τις μέρες στα Χανιά διεξάγεται μια έκθεση την οποία έχουμε κουραστεί πολύ για να οργανώσουμε και η οποία παρουσιάζει ένα πειραματικό, διαδραστικό, νέο τρόπο εκμάθησης ο οποίος χρησιμοποιεί μια καινοτόμο, εκπαιδευτική πλατφόρμα η οποία βασίζεται στα παιχνίδια ρόλων.
Το σύστημα που έχουμε δημιουργήσει ονομάζεται Cityscape και σε αυτή την έκθεση παρουσιάζουμε με το Πολυτεχνείο Κρήτης και συγκεκριμένα την Ανώτατη Σχολή Αρχιτεκτονικής Χανίων, τη δουλειά που έχει γίνει αυτά τα δύο χρόνια που τρέχει το μάθημα.
Αν κάποιος που τυχαίνει να διαβάζει αυτό το blog υπάρχει περίπτωση να βρίσκεται στα Χανιά αυτές τις μέρες, είναι ευπρόσδεκτος να περάσει απ την Πινακοθήκη των Χανίων, να δει τη δουλειά μας και να εκφράσει τη γνώμη του. Η άποψη όλων μετράει.

To μάθημα είναι Ειδίκευσης (ΕΙΔ) για την Ανάπτυξη συγκεκριμένων Δεξιοτήτων (ΑΔ). Στόχος του μαθήματος είναι η καλλιέργεια της ικανότητας των φοιτητών να εκφράζουν αναπαραστατικά ιδέες και εικόνες που δημιουργούνται στο μυαλό τους. Η δυνατότητα ενός αρχιτέκτονα να μπορεί να απεικονίζει με τη μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα τις σκέψεις του και να «φέρνει» στην πραγματικότητα, να οπτικοποιεί τα γεννήματα της φαντασίας του είναι από τις πιο απαραίτητες ικανότητες που μπορεί να αποκτήσει.

Τα μάθημα βασίζεται στη θεωρία του Radford, που τονίζει την ανάγκη μιας υβριδικά βιωματικής προσπάθειας στην απόκτηση εμπειριών από τους εκπαιδευόμενους αρχιτέκτονες μέσα από τη θεωρία παιγνίων ρόλων. Η διαδικασία αυτή θα «φέρνει» τους φοιτητές ενώπιον καταστάσεων στις οποίες θα πρέπει να βιώσουν το φαντασιακό και μετά να το απεικονίσουν. Μέσα από τη διαδικασία αυτή οι φοιτητές έρχονται σε επαφή με όλα τα αντικείμενα και τις κλίμακες του κτισμένου περιβάλλοντος, τα οποία καλούνται να απεικονίσουν με γρήγορους αλλά αποτελεσματικούς τρόπους.

Διαδικασία Μαθήματος

Το μάθημα αποτελείται από δύο σκέλη. Το ένα θα φιλοξενεί τη διαδικασία του φαντασιακού και το δεύτερο τις τεχνικές απεικόνισης. Στο ένα μέρος καλλιεργείται η ικανότητα να συγκρατείται η μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα και ποιότητα εικόνων που παράγονται στη φαντασία. Στο άλλο μέρος, παρουσιάζονται διάφοροι τρόποι και τεχνικές οργάνωσης και απεικόνισης της πληροφορίας με γρήγορο και αξιόπιστο τρόπο. Το μάθημα συνολικά καλλιεργεί τις εξής δεξιότητες στους φοιτητές:

  • Ικανότητα ταχείας απεικόνισης της ιδέας τους με τη μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα
  • Οργάνωση της πληροφορίας και κατανόηση της ιεράρχησης της στην απεικόνιση
  • Αύξηση της επικοινωνιακής ικανότητας μέσω του σχεδίου
  • Κατανόηση της διαφορετικής ‘έκφρασης’ μιας ιδέας μέσα σε ομάδες και τεχνικές σύγκλισης

Η μέθοδος που ακολουθείται για την ενίσχυση της φαντασιακής διαδικασίας και της καλύτερης νοητικής σχηματοποίησης του χώρου έρχεται από τα παιχνίδια ρόλων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι φοιτητές καλούνται να δημιουργήσουν χαρακτήρες με συγκεκριμένες ιδιότητες και ικανότητες που θα έχουν να αποτελέσουν ένα στόχο μέσα από το παιχνίδι. Η «δράση» αυτή τελείται μέσα από συγκεκριμένες τοποθεσίες, διακριτά είδη κτιρίων και καλύπτουν όλα τα είδη κλίμακας που χειρίζεται η αρχιτεκτονική πρακτική. Μέσα από τη «δράση» οι φοιτητές βοηθιούνται να σχηματίσουν νοητικά καλύτερα τα τοπία αυτά και να μπορέσουν να τα αποδώσουν καλύτερα απεικονιστικά.

Η χρήση παιχνιδιών ρόλων για εκπαιδευτικούς λόγους έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να λειτουργήσει ιδιαίτερα ενισχυτικά, ειδικά σε μαθησιακές διαδικασίες που βασίζονται στην εμβύθιση.

Για περισσότερες πληροφορίες παρέχεται το link παρακάτω:


Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

A little taste...

Re-framing the Unknown

Το PERIAΨIS project είναι η πρώτη προσπάθεια του να έρθει το Ελληνικό κοινό σ’ επαφή με το είδος της concept art, χρησιμοποιώντας παράλληλα μια sci-fi, αλληγορική εκδοχή του κόσμου μας ως μέσο.

Σε μια προσπάθεια να παντρευτεί η φαντασιακή αφήγηση με την αφηρημένη αφαιρετική της concept art, το αποτέλεσμα καλεί το κοινό ν’ ανακαλύψει ξανά τον κόσμο μας, μέσα από μια ταύτιση του πιθανού με το φανταστικό, κοιτώντας μέσα από τα μάτια ενός αθώου, χαμένου σ’ έναν κόσμο όπου τα θρησκευτικά πιστεύω περιπλέκονται με μια επικείμενη εισβολή.
Μέσω αυτής της πρωτοποριακής ιδέας, η ομάδα του PERIAΨIS Project παρουσιάζει ένα σχεδόν αποκαλυπτικό (όχι και τόσο μακρινό) μέλλον, παρασύροντας τον θεατή ν’ ανακαλύψει μαζί τους την τάση του ανθρώπου να οικειοποιείται το άγνωστο και να προσπαθεί ασυναίσθητα να μορφοποιήσει το άμορφο.

Είναι μια τρομερή προσπάθεια μιας ομάδας πολύ ταλαντούχων Ελλήνων καλλιτεχνών και είμαι πολύ χαρούμενος που παίρνω μέρος σ αυτό. Περισσότερες πληροφορίες για το project μπορείτε να βρείτε στις σελίδες:

https://www.facebook.com/Periapsisproject/

και

http://periapsis.weebly.com/

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Bad News...

Δεν γνωρίζω αν υπάρχει κάποιος που να παρακολουθεί ενεργά το ιστολόγιό μου, όμως δυστυχώς έχω κάποια άσχημα νέα και, όπως και με κάθε προηγούμενη ανακοίνωσή μου, πιστεύω πως πρέπει να κάνω αυτές τις εκάστοτε ενημερώσεις όπως και να χει.

Η έκθεση που θα γινόταν αυτό το μήνα στην Ξάνθη με θέμα τον Μίθρα και τη Μιθραϊστική θρησκεία εν γένει ακυρώθηκε. Ο σαφής λόγος δε μου γνωστοποιήθηκε αλλά, απ' ότι κατάλαβα, υπήρξε μια "ασυμφωνία χαρακτήρων" μεταξύ των διοργανωτών και μερικών απ τα μέλη των συμμετεχόντων, όσων  αφορά το πότε θα γινόταν εν τέλει η έκθεση.

Είναι αρκετά άσχημο όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, όχι επειδή έχασα εγώ την ευκαιρία να φανώ μέσα απ' αυτό, αλλά επειδή θα ήταν μια υπέροχη έκθεση για την οποία πολλά άτομα είχαν δουλέψει αρκετές ώρες και είναι κρίμα να βλέπεις όλη αυτή τη δουλειά να πηγαίνει στράφι, λόγω κάποιων υποδεέστερων διαφωνιών.

Όπως και να χει, δεν πειράζει, συμβαίνουν αυτά. No hard feelings και ελπίζω στο μέλλον να συναντάμε περισσότερο επαγγελματισμό αν και όλα μέσα στο πρόγραμμα είναι.

P.S. Το ξέρω πως έχει περάσει καιρός που έχω να ανεβάσω νέες δουλειές αλλά τους τελευταίους μήνες πνιγόμουν με κάποιες άλλου είδους ιστορίες (κάνω GM σε αρκετά RPGs - και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε), οι οποίες όμως όταν θα ναι έτοιμες θ ανέβουν κι αυτές με τη σειρά τους προς ανάγνωση και κρίση.

Καλή μας συνέχεια. :)

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Usagi

Σαν δάκρυ τρέχει,
Ένα με τον αχνό πια
Άσπιλο χρώμα

Το δάσος με τις κερασιές ήτανε πάντα το αγαπημένο μου. Κάθε φορά που πλησίαζε η άνοιξη, θυμάμαι, συνήθιζε να με προσκαλεί ο πατέρας μου στους προσωπικούς  του – συνήθως μοναχικούς – περιπάτους καθώς επιθεωρούσε το κομμάτι του κήπου μας που έβγαζε στο μονοπάτι για το δάσος. Ήταν πάντα πολύ αυστηρός και απόμακρος από μας, όμως κάθε φορά που ερχόταν αυτή η εποχή που το δάσος πλημμύριζε απ αυτό το υπέροχο – σχεδόν αφύσικο – ρόζ χρώμα, πίστευα πως μαλάκωνε λίγο.
Στους περιπάτους μας προχωρούσε πάντα μπροστά, στητά και αγέρωχα, αλλά με μια πολύ μυστηριώδη χάρη στο βάδισμά του. Σε αντίθεση με μένα που συνεχώς βιαζόμουν και πήγαινα απ τη μια μεριά στην άλλη κυνηγώντας πεταλούδες των θάμνων, εκείνος φαινόταν λες και ήδη είχε φτάσει στον προορισμό του. Συνήθως οι περίπατοι αυτοί ήταν σιωπηλοί – με εξαίρεση μερικές προσταγές για να με επαναφέρει στην τάξη όταν το παράκανα – αλλά καθώς γερνούσε άρχισε να τους δίνει ένα διαφορετικό χρώμα.
Μου μιλούσε για τις διδαχές του Τάο και για το πώς όλοι μας είμαστε κομμάτια του ίδιου συνόλου. Για το πώς το όν και το μη-όν απαρτίζουν τα πάντα και δίνουν ύλη και χρησιμότητα στον κόσμο μας. Για το πώς θα πρέπει να σταματήσουμε να ακολουθούμε την ψεύτικη εγωιστική μας φύση και να αφήσουμε την πραγματική φύση να κυλίσει μέσα μας. Σαν το νερό…
Ακόμα περισσότερο όμως μου άρεσε το δάσος κατά τον ερχομό του χειμώνα. Όταν οι κερασιές γδύνονταν με προσοχή, λες και ήθελαν να φτιάξουν ένα προστατευτικό στρώμα για τη γη απ το φόρεμά τους, έτσι ώστε να παραμείνει ζωντανή κατά τη διάρκεια των σκληρών μηνών που θα επακολουθούσαν. Τουλάχιστον έτσι μου άρεσε να πιστεύω.
Έναν τέτοιο χειμώνα τα πόδια μου με οδήγησαν πάλι, καιρό μετά, μέσα σ αυτό δάσος – ψάχνοντας ίσως, άθελά μου, απ’ τα δέντρα, την ίδια προστασία που πρόσφεραν τόσο καιρό στη γη. Καθώς το σώμα μου με αφήνει και συναντώ το φρέσκο, απάτητο χιόνι, παρατηρώ πως δε νιώθω πόνο. Αισθάνομαι όμως τα μάτια μου να προσπαθούν να κλείσουν, προσκαλώντας με σ έναν γλυκό, αιώνιο ύπνο. Προσπαθώ να παραμείνω σε εγρήγορση…
Μια αλαβάστρινη μάσκα επάνω στο χιόνι να χάνεται αργά στην πάροδο του χρόνου, με ένα ζευγάρι κόκκινα χείλια να ναι πια η μόνη απόδειξη πως δεν ανήκει εκεί, μαζί με το αιμάτινο ρυάκι που στάζει όλο και πιο αργά από κείνα. Καθώς η όρασή μου θολώνει κι άλλο το τελευταίο πράγμα που αντιλαμβάνομαι είναι ένα μικρό κουνέλι που έχει έρθει κοντά για να με μυρίσει. Αστείο μου φαίνεται… Τόσα χρόνια έτρεχα ξωπίσω του προσπαθώντας να το φτάσω, κι εκείνο πάντοτε χανόταν, και τώρα λίγο πριν χαθώ εγώ ήρθε εκείνο από μόνο του σε μένα.
Αισθάνομαι το τελευταίο μου δάκρυ να παγώνει αργά στο μάγουλό μου, ξεθωριάζει αργά όπως το φύλλο σ’ έναν παγωμένο κόσμο…

Το κουνέλι έσβησε γοργά στον αχνό του δάσους, αέρινα, σιωπηλά…

Άηχη μόνο,
Στο Όλο η γαλήνη
Μάσκα στο χιόνι

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Wish me Luck...

Μιας και έχουμε μπει λοιπόν στο πνεύμα, παρακάτω παραθέτεται άλλη μια ανάρτηση που ξεφεύγει απ' το κλασσικό ύφος του blog.

Ας μιλήσουμε λίγο για το L5R. Το L5R, ή Legend of the Five Rings, είναι ένα CCG/TCG, δηλαδή ένα Collectible Card Game/Trading Card Game ή, πιο απλά, ένα παιχνίδι καρτών. Το παιχνίδι αυτό κυκλοφορεί εδώ και πάνω από 15 χρόνια και η θεματολογία του είναι κυρίως (αν όχι εξ' ολοκλήρου) Ιαπωνική. 

Αυτό το οποίο με τράβηξε σ αυτό το παιχνίδι είναι το γεγονός ότι οι δημιουργοί του δίνουν απίστευτη βάση στην ιστορία που υπάρχει "πίσω" απ αυτό και στα γεγονότα τα οποία θεωρητικά έχουν συμβεί στον κόσμο του, δημιουργώντας έτσι ένα τρομερά αναλυμένο και λεπτομερειακό σύμπαν. Η κάθε κάρτα έχει την ιστορία της, η οποία δημιουργεί ένα τρομερό και επικό κολλάζ το οποίο μπορεί εύκολα να σταθεί σαν ιστορία και από μόνο του δίχως το παιχνίδι πίσω απ' αυτό.

Πρόσφατα το L5R άνοιξε τις πόρτες του σε νέους δημιουργούς, προσφέροντας θέσεις για το story team του. Το παρακάτω κείμενο λοιπόν είναι η δικιά μου συμμετοχή, και θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα κάπως πιο "εξεζητημένο" κείμενο, μιας και μόνο όσοι ασχολούνται ενεργά με το παιχνίδι θα μπορέσουν να το κατανοήσουν πλήρως.

Όπως και να χει, μ' αρέσει να μοιράζομαι όλες μου τις δουλειές με τους αναγνώστες μου και να αναρτώ οτιδήποτε καινούριο μπορεί να έχω, προς ανάγνωση και κρίση του.

Όπως πάντα, κάθε άποψη είναι ευπρόσδεκτη και εύχομαι να σας αρέσει (σε "σχετικούς" και μη). Το να δουλέψω με το story team του L5R ήταν πάντα ένα απ' τα μεγαλύτερά μου όνειρα οπότε σας εύχομαι καλή ανάγνωση και όπως λέει και ο τίτλος wish me luck. :)

Echoes in the Desert

Near the end of the twelfth century, just a day before the month of the Hare, the Obsidian Moon started, for yet another night, its departure for Tengoku as his Eternal Brother was calmly taking his place in heavens.

As the Jade Sun started rising slowly but gloriously in the late night sky, its first rays bathe in light the outskirts of a lonely, almost forgotten shrine, near the Haisho Province.

It was located at the side of a big hill, which was stretching onwards, giving the idea that a mountain would follow. But if one would ever were to follow the passage that lied around it, the only thing that he would face, would be an endless sea of sand touching the horizon. The shrine itself was very humble and, at first sight, seemed almost completely abandoned and neglected.

Its Torii, which was at the foot of the hill, was partially broken not from Gaijin bandits, but from the passage of time in which it was being left at the mercy and the fury of the elements. The ropes of straw on top of it, which were marking that one was entering a holy area, were worn off from the constant heat, and the frequent sandstorms had almost wipe completely all the features off of the Komainu – the stone-dog protectors of the shrines. Where once there stood vigilant guards, now only a pair of stone lumps was left in their place, reminding to everyone that even the Fortunes will forget anyone who would be dishonorable enough, to be sent down that hellish road.

Because even the Seven Fortunes, in all their glory and wisdom, would give only just a small, quick glance, to those on the road to Exile…

Wild trees – the last of them prior to the hungry desert that awaited ahead – and parched weeds were emerging beneath and around the stone steps of the shrine as you entered it, with the steps themselves being broken and covered by sand and leaves. Some of them were greatly dislocated from the roots that were running under them making the ascent to the shrine, for those who wanted to pray in Rokugani soil for the last time, to be even more difficult. It almost seemed as the Kami themselves, feeling the extent of shame that followed those who had crossed that path, slowly coined the terrain like that so that whoever would found himself in that place again, would also have a physical as much as an emotional burden to carry.

As the light of the day started becoming clearer, giving a deep blue tone to the dark veil of the night sky, it revealed that the path onwards was a rough, long, uphill road – mostly because of the dense vegetation that was making it hard to get through or see far. At the end of it stood a, poorly fenced and obviously uncared for, yard containing a small purification trough and the main and offering halls.

To the nearby village of Egami Mura, among the noble samurai and Battle Maidens of the Unicorn Clan, it was commonly known that the shrine was empty and deserted long ago, but for the regulars of the local, small sake houses, the wives of the simple peasants and farmers who were gossiping here and there or from the whispered rumors, one could overhear at the alleys, far away from the Red Eagle Stables, another tale was known for truth.

It was a story passed from mouth to ear, backyard to backyard and table to table. About a single monk, who was the sole one living to and looking after the shrine all these years. The monk – they were saying – was around his seventies, being in the shrine for over forty years, almost blind now, but bearing proudly on his robes the symbol of the Brotherhood of Shinsei. It was said that it even wasn’t the Brotherhood that had him stationed there, but that he alone had volunteered to go and live to this most secluded and forgotten of places in the whole Empire, out of kindness to those who were about to leave forever and of such devotion to the Fortunes, that he couldn’t let even that sorrowful corner of the world being without their blessings.

Since the Brotherhood was being mentioned in the tale, the Unicorn regents were considering it rude and blasphemous, thus had informally forbid the villagers from telling it out in the open, as an act of regulating strange rumors that could be spawned from it, believing it to be nothing more than the low-life’s way to escape the harsh, everyday life, creating a minor local Fortune from myth.

Since Egami Mura was mostly a breeding ground for Shinjo steeds, the chance of that happening was being extremely low, but the sons and daughters of Shinjo would not tolerate any dishonor that could befall in their heads, because of some drunken nobody tarnishing the name of the Brotherhood in the wrong ears.

Especially in that god-forsaken place, that was just a breath away from the Mountains of Exile…

But the villagers didn’t think like that. They truly believed in the existence of that man, so much so that they had exalted him in the position of the village’s protector. It had become such a deep part of their lives, that if you left a small ball of rice outside your door before you went to sleep, it was considered as a protection from the evil spirits. And if someone’s bowl had been taken or the rice had been eaten, they said it was a sign of luck for the rest of the day.

They didn’t even consider him to be a myth. Everyone seemed to have their own story about a kind, old monk, going through the village, helping people with their needs, buying a few supplies, or even sitting with them to eat or drink something, sharing his wisdom with everyone.

Never anyone saw him but the villagers though. Not even a single visitor or Unicorn member had ever seen or heard of him while traveling through the area. If any outsider would try to find any information about this mysterious man, anything from his whereabouts down to his looks, would be vague or controversial. Everyone seem to remember him with different features, different traits, all but his name. The name of the one who was searching for Enlightenment at the darkest corner of the world.

Yuushoku

With the Festival of New Year’s Day being just around the corner, throughout the whole Emerald Empire the preparations for the festivities were in top priority. It was a great celebration, not only for the beginning of the New Year, but for the fall of the Kami and the dawn of the Great Clans and the empire as well! So naturally everyone was in a frenzy of work. From the highest officials and Daimyos who wanted the names of their clan – as well as their own – to shine at the feasts, down to the lowest of servants, doing all the manual jobs, trying their best to make everything perfect for the one holiday that everyone celebrated as equal!

Even a village as unimportant as Egami Mura could not be forgotten at days like these, so even there the day passed quickly, filled with the sounds from the local temple’s bells, the voices of various merchants who were selling large talismans which were considered to bring great fortune, or from the farmers doing every kind of job, as the first day of spring was also approaching fast.

As the sun was finally setting, even the most secluded of the shrines could not be left out on a day like this, and so a small, dull light lit, giving shadows – and a bit of life – to the ears that were sprouting everywhere in the yarn with the, empty for years now, purification trout. Inside the Main hall a single, quiet, old monk was bowing deeply – his lips only slightly moving – in front a statue of Kamashi-okara, the Fortune of Sorrow, who was considered to be the protector of the shrine, weeping for the souls of those who would never come back. The monk was silently saying his prayers to the Kami and the Fortunes, between a pair of small, incense burners which, as they burned, were purifying the place, giving it a soft scent of sandalwood. The dim light of the few candles that were around him was making the scene almost ecstatic.

Suddenly a, quickly faded, crackling noise shook him out of his concentration. Even though it was just slightly above the human capacity to be heard, it felt as if it had violently pushed him out of his private world. His whole body moved without him even thinking. Before he could realize it, he was standing, searching, more with his intuition than his senses, for the place that the sound could have been emanated from. It didn’t took him over a few seconds to locate that it was coming from outside, behind the hallway of the Main Hall.

For a man of his age – and especially a monk – he was strangely quick both with his body as well as with his mind. He moved at a relatively fast pace, but with a lot of caution and stealth in his footsteps, outside of the Main Hall, going carefully from its side to the back. Behind it was just a small cabin, where he lived, being separated from the main Sanctuary with just a stone-made pathway. Very carefully, he tilted slightly his head over the corner, in order to get a sneak peek, of what he was up with.

No one could tell what was going through the old monk’s head at that moment, but the sudden surprise in his, almost white, eyes mixed with the obvious relaxation of his guard, showed that whatever it may have been, it had not prepared him for what he saw.

A beautiful, young woman was standing on the other end of the path, watching over the corner for anyone who could come and find her, obviously oblivious that the monk was standing right behind her. He fixed his posture and walked calmly towards her, taping her kindly in the back. She screamed as she turned frightened, ready to attack whoever might be in front of her, but the instant she saw him, she fell on her knees, trembling, bowing as deeply as she could.

“Stand up child.” He said with a soothing voice “Don’t be afraid. I can’t hurt you.”

She stood up slowly, without looking him in the eyes, or more like trying to avoid his glance. Her kimono was wet and dirty beyond repair and a bit torn in some places. Her long black hair may have been neatly tied up, but random hair escaping from here and there, were showing clear signs of a recent struggle. She was looking so fragile…

 “Come” he said with clear worry in his tone “let’s get you somewhere warm”

Inside the warmth of his small cabin, the two strangers found themselves looking deeply into the small fire that was burning in the center. After a moment that seemed like eons long, a scared voice broke the silence.

“Are you Yuushoku?” the little girl asked, still not looking directly at him.

“I see…” the monk replied. After a few more seconds passed he took a deep breath and said “This was rather blatantly asked, but I suppose I couldn’t ask for much courtesy in such a situation… yes I am.”

The girl gasped. “So the tales WERE true! You truly exist!”

“Why wouldn’t I?” he replied “If I didn’t, who would take care of that shrine and the very unfortunate people who cross it?” he said kindly “But what is your story child?”

“My father fell in love with my mother at first sight, but when he found out that she was pregnant he was enraged. He couldn’t let such a thing dishonor his, or his family’s name. So born fatherless, I had nothing. No legacy, no home, no family. I am an outcast.” She said with sorrow “Nobody must find that I am here.”

“But why are you here? Why all alone?” her tone showing that she started feeling a bit more trusting with him.

“That’s a very long and sad story for such a little young lady like you, my dear. But I think we’re sharing something, and as my name indicates it, I feel so much pain for those that are left alone in this world, that I wanted them to have someone who could say them their last friendly prayers.”

That’s when she noticed that the flames were reflecting on something that was concealed under his robes, near his waist.

“Is that a blade that you’re carrying?” she asked frightened once again “Why? And why a monk even knows how to yield one?”

“Keep your voice down child. Hold your posture! Haven’t anybody taught you how to behave properly? Remember to who you’re in front of and his age!” he said with frustration clear in his voice.

The girl bowed deeply again. “I’m deeply sorry.” She said ashamed.

Yuushoku looked at the girl for a few moments and then a kind laugh broke slowly the silence. “My deepest apologies child.” He said “I shouldn’t be mad at you, you clearly went through a lot tonight. I got this blade from my father when I passed my gempukku. It may not seem so but I was born and raised to be as good a man as a warrior. And I still have it in me. But you haven’t even introduced yourself to me properly. What brought you into that state?”

She turned and looked out of the window. “My name is Sakura Kokuten…” she said with a flat tone.

“From the Sakura vassal family of the Kitsuki?” Yuushoku asked in surprise.

“Yes, but not officially. I was never recognized by my father because I was his bastard daughter with a geisha, who he met when he visited Egami Mura. He told her that I was a black spot in his honor, so that’s how I got my name.” She continued.

 “My father tried to hide my existence from the world so he sent me to be raised as a Geisha, serving travelers and minor officials at the local sake houses. Hiding forever the only thing that could dishonor him. And the best way to hide something is right in front of everyone’s eyes.” She said as she turned and looked at him, straight in the eyes.

These last two sentences for some reason made the old monk very nervous. It may have been because of the very clear and slow pronunciation of them, or because of the sudden change of tone in the girl’s voice. But she sure wasn’t speaking like the way she was before.

“Where are you getting at child?” he asked curiously.

“We are all actors in our own way in this play of life, don’t you think? Some take up different roles and costumes, others play with smoke and mirrors.” She said to him, with a clear, almost playful, tone now.

“Your story… was it true?” he asked clearly worried by now.

“Why did the story of a bastard child, whose father was ashamed of it, and tried to hide it behind a new name would make you feel uneasy Yuushoku-sama?” she asked while clearly faking an innocent tone as she looked away.

“Or should I say… Shoshi-sama?”

The monk froze. “How do you know that name?” he asked almost instantly enraged.

She turned and looked at him. The cute little girl with the frightened demeanor had clearly disappeared and in her place now stood a fully grown woman, with nothing but coldness and determination in her eyes.

“Ow my story is far too real to be lies. Except that I was fostered to the Crane instead. Because of your father banishing my Clan!”

Shoshi was left speechless.

She stood up, assuming a very commanding pose “So listen to me monk and listen to me well! Your father is dead and your brother is, long ago, lost to the Nothing! You are the only thing that’s left from the legacy of the bastard who was called Kitsuki Yasu! The man who condemned a whole clan to cross that road that you now protect, by not revealing that our accusers were wrong even though he knew it! And all just to establish that his investigating methods were the greatest” she said with furry.

 “But learn monk, that the Scorpion are not as heartless. So I’m here to give you a final choice. You may stay here, and let the whole Empire know that the great Kitsuki Daimyo had a bastard son, disgracing his name forever, or you may walk that road that you so much cherish, before this day’s dawn, letting forever your existence to be lost to oblivion.”

The old monk felt the world beneath him crumble.

“But why now?” he finally asked, with pain clear in his voice, as tears started running down his wrinkled eyes.

“Because when the Nothing came, a scorpion statue awoke and left its temple, to protect its clan! When the Destroyers were ravaging our lands, even the Gaki of our dead were walking by our side! So I will say it again, listen to me monk and listen to me well! A Scorpion never forgets! No matter when, no matter where, a Scorpion will always be coming back, smiting down the dishonored!”

“Tomorrow is the anniversary of my Mistress’s march to these Burning Sands, and to her nearly demise! So let tomorrow be also a day of righting what is wrong! Let there be justice!”

“What do you know about justice?” he yelled at her, his eyes soaking in tears.

But as he turned to face her the only thing he saw was just the open door, with no trace of anyone ever being there. Just the obsidian horizon that was unraveling before him, slowly swallowing a life of bitter memories.

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

For your Consideration 2.0

Το παρακάτω κείμενο, πιθανώς να παρατηρήσετε πως, ξεφεύγει απ' την κλασσική ροή κειμένων που συναντώνται σε αυτό το blog, μιας και είναι μέρος (και ταυτόχρονα η συμμετοχή μου) μιας προσεχούς έκθεσης που θα γίνει στην Ξάνθη, τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, και η οποία θα είναι αφιερωμένη στον αρχαίο θεό Μίθρα όπως και στην χαμένη θρησκεία του Μιθραϊσμού.

Η έκθεση διοργανώνεται εξ' ολοκλήρου απ τους φοιτητές των Καλών Τεχνών Φλώρινας και Θεσσαλονίκης όπως και από τους φοιτητές της σχολής Πλαστικών Τεχνών Ιωαννίνων, και το θεωρώ μεγάλη τιμή και χαρά μου που είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω και γω σ αυτή την τόσο καινοτόμα ιδέα.

Οπότε, όπως έχω ξαναπεί και για άλλα posts, αν κάποιος τύχει να διαβάσει αυτό το κείμενο και έχει κάποιο συγκεκριμένο σχόλιο οποιασδήποτε φύσης, είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτος να πει τη γνώμη του και να το κρίνει (όπως και τα υπόλοιπα κείμενα, απλά είναι επιτακτικότερη η ανάγκη στο παρόν).

Καλή μας συνέχεια.

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Οδοιπόρος

Αν ποτέ ψάξεις για τη λεπτή αυτή γραμμή που χωρίζει το Χάος απ’ την Τάξη, εκεί θα με βρεις.
Θα με συναντήσεις στ’ αστρικά μονοπάτια μεταξύ ουρανού και γης, να διαφεντεύω με τη ματιά μου τ’ αστέρια και τους πλανήτες – τόσο μύρια στον αριθμό τους, ή άλλοτε με καλοσύνη να κοιτώ προς τις ψυχές των ανθρώπων. Θα με αντικρίσεις βαθιά μέσα στη γη, στα έγκατα σπηλαίων, ν απαγγέλω σιωπηλά τους ύμνους στον πατέρα μου, τον Ένα και μοναδικό, διαβάζοντας μέσα από μισοκαμμένα βιβλία. Ελπίζοντας πως όταν έρθει τελικά η ώρα για την Ύστατη στιγμή, θα φανεί γενναίος απέναντι στο Ψέμα.
Γεννημένος από προφήτη, δίχως να γνωρίζω μάνα, προφήτης είμαι και γω, περιπλανώμενος στον κόσμο, επιφορτισμένος για πάντα με το βάρος της εποπτείας του. Με το στίγμα του αμνού στην πλάτη περιμένω τους δέκα χιλιάδες χειμώνες. Κι όταν οι άνθρωποι θα έχουν γίνει φαύλοι, το φωτοστέφανό μου θα λάμψει ξανά, για τις τρείς τελευταίες μέρες.
Εδώ και αιώνες περπατάω, οδοιπόρος ενός κόσμου που συνεχώς αλλάζει, μεταβάλλεται και όπως η φωτιά απ την οποία γεννήθηκε, έτσι κι αυτός μένει ασταθής και ασυνεχής. Τα βήματα μου είναι πολλά, και πλέον δε μπορώ να θυμηθώ από πού ξεκίνησαν, στη γλώσσα μου όμως θα χω για πάντα την αλμύρα του αλατιού της Μεσογείου.
Στην άμμο της Συρίας σβήστηκαν απ’ τον αέρα τα βήματά μου, δύο ολόκληρους αιώνες πριν περπατήσει στα χνάρια μου ο Χριστός. Για πέντε ακόμα αιώνες περιπλανήθηκα στο μονοπάτι που χαράξανε οι προκάτοχοί μου, μ ένα σχοινί δεμένο γύρω από το στήθος. Το δρόμο μου μπορεί εδώ και χρόνια να χω χάσει, όμως το δρόμο που ακολούθησα – το δρόμο του πατέρα μου – ποτέ δε θα ξεχάσω.
Έχοντας την καταγωγή του στο αρχαίο πια Ιράν, χιλιάδων χρόνων πλέον, σε τρείς – ή τέσσερεις – ηπείρους ταξίδεψε, έφτασε μέχρι και την Κίνα. Για κείνον έγραψε ο Ηρόδοτος, αυτόν φοβόντουσαν οι Πέρσες, για κείνον έπεσε ένας βασιλιάς κι ένας λαός ολάκερος άλλαξε μια για πάντα δρόμο. Με τους Ινδούς παντρεύτηκε και ήτανε ο πρώτος, που κόσμο πολύ μάζεψε και ένωσε μια για πάντα. Κι όμως, απ τις τρανές αυτές πολλές αυτοκρατορίες, που όλες Τον γνωρίσανε και όλες εναγκαλίσαν, ήταν οι πειρατές χρόνια μετά, που φίλιωσαν πρώτοι μαζί μου.
Κατατρεγμένος συνεχώς, διωγμένος και κυνηγημένος, από ψευδούς προφήτες που τον λόγο μου τον πήραν για δικό τους, μόνο μ’ όσους φεραν’ σπαθιά βρήκα εν τέλει ηρεμία. Και τελικά αυτοί που μ’ άλας πληρωνόταν και βλέπανε τον άνθρωπο γι αυτό που πράγματι ήταν, καθώς πάντα τον έβλεπαν πια στα χειρότερά του, εκείνοι  ήταν οι άνθρωποι που με καταδεχτήκαν. Γιατί θυμίζοντας του Ηράκλειτου τ’ αρχαία, σοφά λόγια «Ο κόσμος από πόλεμο γεννήθηκε μια νύχτα, γι αυτό και μόνο μαχητής μπορεί να τον γνωρίζει, γι αυτό που είναι πράγματι στη φύση του, στο αίμα.»
Απ’ την ανατολή ξεκίνησα, κατέκτησα τη Ρώμη, όμως στους δούλους έγινε, διάσημο τ’ όνομά μου. Μυώντας τους στον δρόμο μου, τους σκότωνα τη νύχτα, τη μέρα τους ανάσταινα, όλους εξαγνισμένους. Το σώμα μου και το αίμα μου, να φάνε και να πιούνε, για να συντηρηθούν κι αυτοί και να χουν σωτηρία, όπως όσοι γευόντουσαν αυτό που εγώ είχα χύσει.
Και πλέον σαν πεθάνουνε, κι ανέβουνε στους πύργους, προπύργια στον παράδεισο, θα δουν να ναι χτισμένα.
Πάντα ήμουν πράος και ταπεινός, αυτό ζήταγα απ τους άλλους. Ποτέ μην μένουν μοναχοί, μόνο μ αυτό τον τρόπο, μέσα από πράξεις ηθικές, στο τέλος θα βοηθήσουν. Εγγυούμαι εγώ στον λόγο μου, συμβόλαιο πια κλεισμένο.
Τον ήλιο λέν’ πως έφερα, μα εγώ κοιτώ τα αστέρια, βιβλία για μένα γράφτηκαν, μα εγώ μόνο μιλούσα. Οι ρίζες μου πηγαίνουνε βαθιά μέσα στη γη, από την εποχή που μύθος με τη μέρα ήταν ένα. Εφτά σκαλιά έχω ν’ ανεβώ, μέχρι την γέννησή μου, μέσα σε μυστικές στοές και σε κρυφά υπόγεια.
Μπορεί ο χιτώνας που φορώ να είναι πια φθαρμένος, μιας και το δέρμα επάνω μου του ταύρου έχει παλιώσει, μα φέρω πια καράφα με νερό με το δεξί μου χέρι, έχοντας πάντα ένα κερί στ’ αριστερό αναμμένο.
Ταξίδια είδα πια πολλά, κι ονόματα μυριάδες: Ήλιος, Σωτήρας, Αγαθοεργός, Συμβόλαιο, Διαθήκη, Πνεύμα Ζωντανό, Υπερασπιστής και Φύλακας της Τάξης.

Μίθρα με ονομάζουνε, του μέγα Ζωροάστρη, σαν οδοιπόρος έρχομαι και σαν σηματοδότης, της αναγέννησης ζωής και των ψυχών που φεύγουν.

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Λίγες Σκέψεις για ένα Μεγάλο Βήμα

Το παρακάτω κείμενο είναι άλλη μια μικρή γεύση απ' το RPG "Apocalypse" το οποίο, έχω τη χαρά ν ανακοινώσω πως, σύντομα θα βγεί στην αγορά και σαν board game!

Μπορεί σα δημιουργός να μη συνεργάζομαι πια με την ομάδα που είναι υπέυθυνη για το στήσιμο του παιχνιδιού, εύχομαι όμως καλή τύχη στην προσπάθεια των παιδιών και όλα να πάνε καλά!!!

Όπως και με το κείμενο "Fragments", όσοι το διαβάσουν και ενδιαφέροντε, είναι παραπάνω απο ευπρόσδεκτοι να πουν τη γνώμη τους, οποιαδήποτε και αν είναι αυτή.

Καθώς η SFF (Science Fiction & Fiction) κοινότητα μεγαλώνει όλο και περισσότερο στην Ελλάδα - κλείνοντας μάλιστα και τον δέκατο χρόνο της πρίν κάποιους μήνες - είναι πολύ ωραίο να βλέπεις πως αφομοιώνεται όλο και περισσότερο απ τον κόσμο καθώς τομείς όπως τα RPG, που πρίν λίγο καιρό ήταν άγνωστοι, πλέον βρίσκουν δειλά-δειλά τη θέση τους μέσα στην Ελληνική πραγματικότητα.

Ελπίζω πως κάποια στιγμή αυτή η, γεμάτη φαντασία, κουλτούρα θ' αφομοιωθεί σιγά-σιγά με τη δικιά μας, και πράγματα που κάποτε ήταν περίεργα ή μεμονομένα, θα περάσουν στη σφαίρα του απλού και του καθημερινού. Έχουμε κάνει ήδη πολύ δρόμο...

Shards

Το πρώτο πράγμα που αισθάνεσαι είναι το κρύο.
Σε αναγκάζει ν’ ανακτήσεις τις αισθήσεις σου διαπερνώντας σε ως το μεδούλι, καθώς τα πάντα γύρω σου καλύπτονται από έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Το συνεχές σφύριγμα που ακούς δίπλα στ’ αυτιά σου σε κάνει να ζαλίζεσαι και με μιας κάνει την εμφάνισή του ο ίλιγγος. Η αμείλικτη δύναμη της βαρύτητας που αισθάνεσαι να σε τραβάει με μανία προς τα κάτω, προσπαθώντας να σε συνθλίψει, είναι σαν μια μέγγενη η οποία σου πιέζει το στομάχι. Η ανάσα σου κόβεται καθώς νιώθεις την ψυχή  σου να τραβιέται όλο και πιο βίαια απ το στήθος σου, με κάθε εκατοστό που πλησιάζεις προς το έδαφος.
Και καθώς ο τρόμος σε καταλαμβάνει, το μόνο που εύχεσαι – ή μπορείς να σκεφτείς – είναι πως δεν πρέπει ν’ ακουμπήσεις κάτω…

Το πιο δύσκολο κομμάτι είναι αυτό το πρώτο βήμα. Όσες φορές και να το κάνεις, όσες φορές και να το δεις, πάντα το να αφήσεις τον εαυτό σου στο κενό μου φαινόταν το πιο δύσκολο πράγμα που μπορούσα – και έπρεπε – να κάνω. Δίχως ίχνος ελέγχου, δίχως καμία αντίσταση που να μπορείς ν’ ασκήσεις, αφήνεσαι στο έλεος της πιο αδίστακτης δύναμης στη φύση. Με μοναδική ελπίδα πως, όποιοι είναι χωμένοι πίσω απ’ αυτά τα σκοροφαγωμένα γραφεία μ’ αυτά τα άπειρα, πολύπλοκα, μηχανολογικά εξαρτήματα σπαρμένα επάνω τους, θα έχουν κάνει τις σωστές μετρήσεις και το αλεξίπτωτό σου θ ανοίξει.
Καθώς καθόμαστε όλοι σιωπηλοί μέσα στο elevator 11, το οποίο μας μεταφέρει στον πλανήτη των Testacious, κοιτάζω στις σειρές δίπλα και απέναντί μου. Νέα παιδιά, ούτε καν κοντά στα 25, αρματωμένα με πανοπλίες τελευταίας τεχνολογίας, laser guns καλυμμένα με μυστικιστικούς ρούνους και flamethrowers. Βλέπω τα γόνατά τους να τρέμουν σιωπηλά, καθώς προσπαθούν να καλύψουν την ανησυχία και τον φόβο τους κάτω απ το θόρυβο της μηχανής. Σε λίγο θα ‘μαστε εκεί, στο πεδίο της μάχης, εκεί που το πιο πιθανό είναι να χάσουν τις, μικρές σε διάρκεια, αναλώσιμες ζωές τους. Μην έχοντας ιδέα τι τους περιμένει όταν ανοίξουν αυτές οι πόρτες, προσπαθώντας ν’ απαγγείλουν ξανά και ξανά από μέσα τους το ελάχιστο κομμάτι ενημέρωσης που τους δόθηκε, λες και απαγγέλουν έναν ιερό – ή τον τελευταίο τους – ψαλμό, αγωνιούν βάζοντας με τη φαντασία τους το τι μπορεί ν αντιμετωπίσουν. Mutants, Razors, Darklings ή οτιδήποτε άλλο απ αυτά τα ανίερα πλάσματα που έφτυσαν οι Θεοί πάνω σ’ αυτόν τον εξαθλιωμένο πια κόσμο. Τους βλέπω. Θέλουν να το διώξουν απ το μυαλό τους, με νευρικές χαζοκουβέντες, ανταλλάσσοντας στ’ αστεία βωμολοχίες μεταξύ τους, Το να περιμένεις να φτάσεις συνειδητά στο σημείο στο οποίο θα πεθάνεις με τον πιο κτηνώδη ή βασανιστικό τρόπο. Για πρώτη τους φορά γνωρίζουν τι πραγματικά σημαίνει τρόμος.
Κι όμως κανείς δεν περιμένει αυτό που πρόκειται να συμβεί σε λίγο – οι παλιότεροι και πιο έμπειροι το ονομάζουν κοροϊδευτικά «Μύηση». Κανένας απ αυτούς τους στρατιώτες δεν έχει ιδέα τι πρόκειται να συμβεί μόλις ανοίξουν αυτές οι πόρτες. Με το που ο κόκκινος φανός αρχίσει ν αναβοσβήνει, δίνοντας μας το σήμα απ το κέντρο ελέγχου πως είμαστε πάνω απ το σημείο ρίψης, όλοι ασφαλίζουν τους προστατευτικούς τους ιμάντες όπως τους έμαθαν να κάνουν άβουλα στην Ακαδημία. Καθώς η βαριά μεταλλική ράμπα αρχίσει να χαμηλώνει, ο αέρας που μπαίνει ορμητικά μέσα μας δίνει το πρώτο χαστούκι επαναφοράς στην πραγματικότητα. Βλέπω τον πρώτο δόκιμο να σηκώνεται και να πηγαίνει – όπως ξέρει πως πρέπει να κάνει – προς την άκρη της ράμπας έτοιμος να πηδήξει στο κενό. Τον έχω ακουστά, σύμφωνα με το έμβλημα που κοσμεί, χαραγμένο, τη δεξιά του επωμίδα, είχε κάνει αίτηση για να καταταχτεί στους H.I.S, την ελίτ των ελίτ. Το ύφος του προδίδει πως είναι έτοιμος για οτιδήποτε μπορεί να τον περιμένει από κάτω μας. Κανείς μέσα στο επιβατικό δεν περίμενε να δει την αλλαγή στα μάτια του με το που πήδηξε έξω.
Κανείς δεν περιμένει πως το πιο τρομακτικό πράγμα κατά την πτώση, είναι αυτή η πρώτη ριπή αέρα που σα μαστίγιο σε χτυπάει αλύπητα με μιας σ’ όλο σου το σώμα. Με το που κάνεις αυτό το πρώτο βήμα, βγαίνεις αυτόματα από μιαν ασφάλεια την οποία ποτέ δεν αντιλήφθηκες πως είχες. Το μαστίγωμα αυτό σου μαθαίνει με τον πιο σκληρό και αμείλικτο τρόπο πως τόσην ώρα, ότι και να σκεφτόσουν, ήσουν προστατευμένος απ οτιδήποτε και να ‘ταν εκεί έξω.
Το πρώτο αυτό μαστίγωμα φροντίζει να σου χαράξει στο κορμί, βαθιά κάτω απ τα κόκκαλα, πως αυτό που ζεις αυτή τη στιγμή, είναι αληθινό!

Πετάγομαι έντρομος απ το κρεβάτι μου, με τις γροθιές σφιγμένες και το σώμα μου λουσμένο στον ιδρώτα. Νιώθω το σεντόνι μου σαν ύπουλο βόα, τυλιγμένο γύρω απ το σώμα μου έτοιμο να με καταπιεί και το κεφάλι μου έτοιμο να σπάσει. Παλεύω για λίγο νευρικά να ελευθερωθώ, μην έχοντας ακόμα ανακτήσει πλήρως τις αισθήσεις μου, ταλαντευόμενος ανάμεσα σε δύο κόσμους, δίχως να χω καμία ανάμνηση απ’ τον έναν. Νιώθω τους μυς μου κουρασμένους, λες και μαχόμουν όλη τη νύχτα, κι όμως δε θυμάμαι τίποτα παρά μόνο το έντονο αυτό συναίσθημα σαν κεραυνό που με ξύπνησε…
Μπορεί η σκηνή μου να διαθέτει συστήματα εξαερισμού, λόγω του ότι χρησιμεύει και σαν βάση του επιτελείου μας στον πλανήτη, κι όμως εγώ την αισθάνομαι σαν φούρνο, λες και ο αέρας γύρω μου είναι τόσο πυκνός που με πνίγει. Σηκώνομαι αργά και σέρνω τα βήματά μου προς το μπαρ της σκηνής μου. Όλες μου οι κινήσεις είναι σχεδόν αυτόματες, τις αναλύω λες και το κάθε μου βήμα είναι η αποπεράτωση των εντολών που δίνω στον εαυτό μου. Καθώς πιάνω ένα μπουκάλι ακριβό, εισαγόμενο τζίν, σκέφτομαι πως τελικά έχει και τα καλά του το να είσαι διοικητής. Το πρώτο πράγμα που εμφανίζεται σα συνειδητή σκέψη στο μυαλό μου… Είναι μια ζεστή μέρα στον πλανήτη Ebusa – έναν πλανήτη που δε νυχτώνει ποτέ – και λόγω της ιδιαιτερότητάς του έχουμε φροντίσει να φέρουμε ειδικές σκηνές που συγκρατούν την ηλιακή ακτινοβολία. Η αφόρητη ζέστη που επικρατεί με κάνει να θέλω ν ανοίξω την είσοδο για να μπει λίγος καθαρός αέρας, αλλά η ιδέα της έκθεσής μου στον ήλιο και στη μυρωδιά της θάλασσας με κάνει να πείθω τον εαυτό μου πως μπορεί ν αντέξει. Ανοίγω το μπουκάλι και βάζω μερικά παγάκια σ ένα ποτήρι, μόνο και μόνο για να το παρατήσω με μια δεύτερη σκέψη πάνω στο μικρό, φορητό τραπεζάκι και κατεβάζοντας μια γερή γουλιά τζίν. Καθώς η δυνατή γεύση του οινοπνεύματος ξυπνάει τη γλώσσα μου, αισθάνομαι και άλλη μια γεύση να αναμιγνύεται μαζί της. Μια γεύση πολύ γνώριμη.
Πάω προς τον καθρέφτη που βρίσκεται κρεμασμένος πάνω απ τη μικρή λεκάνη στην άκρη της σκηνής. Μια ξεκάθαρη γραμμή αίματος φαίνεται να διαγράφεται ξεραμένη στη δεξιά μεριά του σαγονιού μου καθώς κοιτάζω σαστισμένος το είδωλό μου. Πάλι δαγκωνόμουν στον ύπνο μου;
«Με τι πάλευα όλο το βράδυ;» αναρωτιέμαι…
Κοιτάζω πάλι το κρεβάτι μου, και κατά βάθος ξέρω – ακόμα και αν δεν το παραδέχομαι ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό – πως φοβάμαι να πλαγιάσω πάλι.
Αναγκάζοντας τον εαυτό μου να γυρίσει στις αισθήσεις του, πάω ήρεμα και ξαπλώνω. Καθώς πέφτω κοιτάζω το ρολόι μου, 12 ακριβώς. Έχουμε ακόμα 5 ώρες μέχρι επίσημα να ξυπνήσουμε το στράτευμα. Τον τελευταίο καιρό έχουν αρχίσει να γίνονται όλο και πιο συχνά τέτοια «ξεσπάσματα». Τέτοιες μεταμεσονύκτιες μάχες, που καταλήγουν πάντα με μένα ηττημένο, να προσπαθώ να μαζέψω τα κομμάτια μου απ το πάτο ενός σπασμένου ονείρου. Γιατί να ξεκινήσουν αυτά τώρα; Μετά από τόσες μάχες; Τόση προσπάθεια; Γιατί σχεδόν κάθε βράδυ παλεύω μια μάχη την οποία χάνω όλο και περισσότερο κάθε φορά; Γιατί αισθάνομαι λες και κάτι παλεύει να βγει στην επιφάνεια του μυαλού μου μέσα από μια θάλασσα αναμνήσεων που ποτέ δεν είχα; Που βλέπω αλλά ποτέ δεν έζησα. Που ανακαλύπτω αλλά συνεχώς ξεχνάω. Κάθε φορά που ξυπνάω…
Γιατί τώρα που σχεδόν έφτασα 30;

Κάθε φορά κατά τη διάρκεια της τελετουργίας χάνω για λίγο τον έλεγχό μου καθώς παραδίδω το σώμα μου στον ένα και μοναδικό Θεό μας. Καθώς ψέλνω τους ιερούς μου όρκους, αισθάνομαι όλη μου την ύπαρξη να χάνεται σε μια απύθμενη άβυσσο ανυπαρξίας, καθώς το σώμα μου παραδίδεται πλήρως στη δύναμη του Nekranal! Όταν πλέον επανέρχομαι όλα είναι ακόμα θολά και ξέρω πως το ένστικτο και η ατσάλινη πειθαρχία τόσων ετών – όπως επίσης και τα φάρμακα αδρεναλίνης – έχουν αναγκάσει το σώμα μου να πάρει πρωτοβουλία και να μπει πάλι στη μάχη στο όνομά Του δίχως να πάρει εντολές από μένα. Το πρόσωπό μου ποτίζεται απ το μαύρο αίμα της σάρκας ενός Oktanamon καθώς η πριονωτή άκρη της κάνης του όπλου μου τον μετατρέπει σ’ ένα φλεγόμενο απομεινάρι σάρκας, το οποίο εξαϋλώνεται στον αέρα. Γύρω μου επικρατεί χάος, καθώς οι φτερωτοί αυτοί δαίμονες – αν μπορεί κάποιος να τους χαρακτηρίσει έτσι – ορμάνε με λύσσα στους συμπολεμιστές μου. Είναι όμως οι τελευταίοι από όσους έμειναν και η μάχη έχει πλέον οριστικά γύρει προς το μέρος μας. Ελευθερώνοντας τις ασφάλειες του όπλου μου, μετατρέπεται σε ένα δίχειρο τσεκούρι με το οποίο ανοίγω δρόμο ανάμεσα σε όσα πλάσματα είναι έκπτωτα αφότου τους κάηκαν τα φτερά. Θέλω να φτάσω στο ψηλότερο κομμάτι του υφάλου, πλέον τίποτα δε μας σταματά παρά μόνο η ολοκληρωτική τους καταστροφή, και θέλω να είμαι εκεί όταν θα συμβεί αυτό, να τους δω να υποφέρουν. Καθώς φτάνω στο ψηλότερο πλάτωμα του υφάλου το θέαμα είναι μαγευτικό! Ο ήλιος Ka δύει καθώς τα φλεγόμενα κορμιά των Oktanamon πέφτουν απ τον ουρανό επάνω στην, άγονη πια απ το τελετουργικό, γη των Testacious. Οι πολεμιστές μου ουρλιάζουν μέσα σε μια φρενίτιδα μίσους, χαράς και οργής καθώς τα ενισχυτικά φάρμακα τους τραβάνε στο έπακρο! Όμως η τελετουργία με κατέστησε αρκετά ευάλωτο και το θέαμα αρκετά απρόσεκτο. Η μάχη δεν έχει κερδηθεί ακόμα και οι σφαίρες ακόμα πετάνε δίπλα μας καθώς τρέχουμε με τη μονάδα μου για να πάρουμε το ύψωμα. Ένας απ τους τελευταίους Oktanamon, καταφέρνει και με πετυχαίνει στο στήθος!
Το πρώτο πράγμα που αισθάνεσαι είναι το κρύο.
Σε αναγκάζει ν’ ανακτήσεις τις αισθήσεις σου διαπερνώντας σε ως το μεδούλι, καθώς τα πάντα γύρω σου καλύπτονται από έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Το συνεχές σφύριγμα που ακούς δίπλα στ’ αυτιά σου σε κάνει να ζαλίζεσαι και με μιας κάνει την εμφάνισή του ο ίλιγγος. Η αμείλικτη δύναμη της βαρύτητας που αισθάνεσαι να σε τραβάει με μανία προς τα κάτω, προσπαθώντας να σε συνθλίψει, είναι σαν μια μέγγενη η οποία σου πιέζει το στομάχι. Η ανάσα σου κόβεται καθώς νιώθεις την ψυχή  σου να τραβιέται όλο και πιο βίαια απ το στήθος σου, με κάθε εκατοστό που πλησιάζεις προς το έδαφος.

Και καθώς ο τρόμος σε καταλαμβάνει, το μόνο που εύχεσαι – ή μπορείς να σκεφτείς – είναι πως δεν πρέπει ν’ ακουμπήσεις κάτω…